02/02/2026

Η Ώρα Μηδέν | Ο Αλέξανδρος Παναγούλης αφηγείται την απόπειρα – Στον Άδη του ΕΑΤ/ΕΣΑ

συγγραφέας Κώστας Μάρδας | Αλέξανδρος Παναγούλης "Πρόβες Θανάτου"

Απόσπασμα από το βιβλίο, Κεφάλαιο 3

Τρίτη και 13. Αύγουστος 1968. Ώρα 7.30 πρωινή. Συνοικισμός Καλύβια, Λαγονήσι. Στο εξοχικό του αρχιπραξικοπηματία. Ο 50χρονος δικτάτορας μπήκε στο αλεξίσφαιρο αυτοκίνητο. Του το είχαν χαρίσει Έλληνες μεγαλοεπιχειρηματίες. Το αγόρασαν από τον πρώην Αφρικανό δικτάτορα της Γκάνα, Κοάμε Νικρουμά. Μπροστά οι μοτοσικλετιστές. Ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Πίσω από την πρωθυπουργική λιμουζίνα το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στις 7.40 η πομπή πλησίασε στο 31ο χιλιόμετρο, Στο σημείο του θανάτου. Ο Αλέκος Παναγούλης περίμενε.

Ιδού πώς περιέγραψε σε δακτυλογραφημένο του κείμενο του 1973-76, προορισμένο για βιβλίο, την ώρα Μηδέν:

«Η θάλασσα ήταν αγριεμένη εκείνο το πρωινό. Μόλις είχε ξημερώσει και σ' ολόκληρη την παραλία δεν έβλεπες ακόμη κανέναν κολυμβητή. Σκέφθηκα πως σε καμιά ώρα η ακτή θα ώρα η ακτή θα γέμιζε, όπως κάθε καλοκαιριάτικη μέρα, από κορμιά μαυρισμένα από τον ήλιο του Σαρωνικού. Αυτό θα με βοηθούσε πολύ. Τώρα προσπαθούσα να ξεμπερδέψω το καλώδιο που συνδεότανε με τα εκρηκτικά. Βρισκόμουνα ανάμεσα στα βράχια και το κύμα μού πιτσιλούσε το κορμί. Στη λεωφόρο τ' αυτοκίνητα περνούσαν τώρα όλο και συχνότερα. Είδα τη βενζινάκατο να πλησιάζει και να κρύβεται στο καθορισμένο σημείο. Είχα προγραμματίσει το καθετί και αυτό το καταραμένο καλώδιο δεν ξεμπερδεύεται. Δεν έχω άλλη λύση, σκέφτομαι, θα δοκιμάσω από το σημείο που βρίσκομαι. Γνωρίζω ότι κάνοντας έτσι καθετί θα είναι πιο δύσκολο: Από εδώ δεν βλέπω ούτε τον δρόμο ούτε τον στόχο. Ακόμα και η διαφυγή μου θα είναι πιο δύσκολη. Αλλά πρέπει να το κάνω. Οι σύντροφοί μου έχουνε πια αρχίσει να μετράνε αντίθετα τον χρόνο. Συνδέω το καλώδιο μ' έναν πόλο της μπαταρίας. Έτσι θα ήταν πιο εύκολο να πυροδοτήσω τις νάρκες όταν θα περνάει το αυτοκίνητο. Θα αρκεί μία μόνη κίνηση. Γυμνός καθώς ήμουνα, τώρα που σταμάτησα να δουλεύω, άρχισα να νιώθω την πρωινή δροσιά πιο έντονα. Άρχισα να αισθάνομαι ακόμα και την κούραση, την υπερένταση των τελευταίων ημερών, και τούτο με κάνει ανυπόμονο. Το καταραμένο αυτοκίνητο ας περάσει.

Θυμάμαι σαν να συνέβη τώρα, στιγμή προς στιγμή. Ναι, φαίνεται ότι η στιγμή φτάνει. Οι χωροφύλακες άρχισαν να παίρνουν θέσεις καθ’όλο το μήκος του δρόμου. Ένας ένοπλος χωροφύλακας κάθε πενήντα μέτρα Μοτοσικλέτες και αυτοκίνητα με τους ασυρμάτους σε δράση περνούν κατά ακριβή διαστήματα, περίπου δέκα μέτρα από το σημείο στο οποίο είμαι κρυμμένος, το αυτοκίνητο της Αμέσου Δράσεως με το πλήρωμά του σε συναγερμό. Πιο πέρα, δεξιά και αριστερά, οι φρουροί προστασίας, αυτοκίνητο πρέπει να περάσει. Μετά, αμέσως, θυμώνω με τον εαυτό μου: Ποιο αυτοκίνητο; Τι φταίει το αυτοκίνητο; Παίζεις με τις λέξεις; Γιατί δεν λες ο Παπαδόπουλος; Έχεις μήπως φόβο; Σκέψεις που μου φέρνουν ναυτία, Το μίσος που πάντα μου γεννούσε βία. Αυτό το μίσος, που από τα πρώτα χρόνια της νιότης μου με έσπρωξε εθελοντικά στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Έναν αγώνα για κάτι καλύτερο. Αυτή η βία την οποία πάντα καταδίκαζα σαν απαράδεκτη. Ο τρόμος που μου γεννούσε η σκέψη της εξουσίας, βασισμένος στην υλική δύναμη που αποδεχότανε τη βία. Η πρόκληση της τυραννίας, η άρνησή της να αποδεχτεί οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναμέτρησης, η άρνηση του διαλόγου. Γνωρίζω ότι αυτές οι σκέψεις και τα αισθήματα, συνδεδεμένα με την πίστη, γεννούν τη βία προς αντίθετη κατεύθυνση: την αντι-βία. Δεν είναι παιγνίδι λέξεων. Η αντι-βία υπάρχει πάντοτε σ ι πάντοτε σ' αναλογία με τη βία που τη γέννησε. Τη βία χρησιμοποιούν οι καταπιεστές, την αντι-βία οι καταπιεζόμενοι. Η αντι-βία είναι μια δύναμη θετική, είναι μια αρετή, και για να εκφραστεί σημαίνει αποδοχή της θυσίας. Η αντι-βία δεν καταρρέει αλλά αδυνατίζει και είναι ψεύτικη όταν, δήθεν επαναστατική, εμφανίζεται σε κοινωνίες που δεν τις κυριαρχεί ο φόβος.

Θυμάμαι σαν να είχα μισοκοιμηθεί ανάμεσα στους βράχους. Από τις κινήσεις των αστυνομικών καταλαβαίνω ότι το αυτοκίνητο πρόκειται να περάσει. Νάτο, Φαίνεται στο βάθος του δρόμου. Μπροστά είναι οι μοτοσικλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μια στροφή του δρόμου, Σηκώνομαι λίγο για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, σκέφτομαι, αν εγώ ο ίδιος έβλεπα μια τέτοια σκηνή σε κάποια κινηματογραφική ταινία θα ήμουνα γεμάτος αγωνία. Τα μάτια μου πάντα καρφωμένα στον δρόμο. Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετάγεται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε, να σκοτώσω τον τύραννο.

Σχεδιάγραμμα του Α. Παναγούλη (στο ιταλικό περιοδικό «Γιουροπέο») με τα σημεία ναρκοθέτησης του οχετού, στο 31ο χιλιόμετρο της οδού Αθηνών-Σουνίου.

Τρέχω προς τη θάλασσα. Κάνω μακροβούτια. Θυμάμαι σαν να βρίσκομαι ακόμη εκεί, κάτω από τα κρύα κύματα. Βουτώντας προς τη θάλασσα πρόφτασα να δω αρκετούς αστυνομικούς, με τα πιστόλια στο χέρι, να καλύπτονται αιφνιδιαστικά στην άκρη του δρόμου. Κολυμπάω γρήγορα κάτω από την επιφάνεια και γρήγορα αρχίζω να λαχανιάζω. Βρίσκομαι κοντά στην ακτή, μα πρέπει να ξαναβγώ στην επιφάνεια. Με έχουνε δει; Η θάλασσα είναι μεγάλη. Δεν μπορώ να μείνω περισσότερο κάτω από την επιφάνεια. Βγάζω το κεφάλι από το νερό. Αναπνέω βαθιά. Όχι, δεν με έχουν δει. Τρέχουνε από όλες τις διευθύνσεις προς το σημείο της απόπειρας. Παίρνω ακόμα μια βαθιά εισπνοή και ξαναβουτάω. Κολυμπώντας πρέπει να φτάσω στη βενζινάκατο, το γρηγορότερο. Μα δεν είναι εύκολο με αυτό το ρεύμα. Πρέπει να ξαναβγώ και να ξαναβουτήξω. Η θάλασσα με σπρώχνει προς τους βράχους και για λίγο στέκομαι εκεί αγκιστρωμένος, γνωρίζοντας ότι κάθε καθυστέρηση είναι επικίνδυνη. Οι οδηγίες που είχα δώσει στους συντρόφους της βενζινάκατου ήταν ακριβείς: Πέρασε ο χρόνος της αναμονής, φύγετε. Έτσι για να καλύψω τη διαφορά χρόνου βγαίνω από τη θάλασσα και τρέχω κατά μήκος της ακτής. Τρέχω σκυφτός, ξυπόλητος πάνω στα κοφτερά βράχια. Πλησιάζω στον μικρό κόλπο όπου με περίμενε η βενζινάκατος. Πλησιάζω ακόμα πιο πολύ, μα είναι ήδη αργά. Βλέπω τη βενζινάκατο να ανοίγεται στο πέλαγος. Δεν μου δημιουργεί ούτε πανικό ούτε θυμό αυτό το γεγονός.

Δεν πρέπει να καταληφθώ από πανικό. Κάνω δυο-τρία ακόμη άλματα στους βράχους. Πίσω βλέπω μια μικροσκοπική σπηλιά. Δίλημμα μιας στιγμής: Να προχωρήσω προς τα εμπρός ή να γυρίσω πίσω να κρυφτώ στη μικρή αυτή τρύπα; Γυρίζω πίσω τρέχοντας. Στον δρόμο τρέχουν οι αστυνομικοί των αυτοκινήτων που στέλνουν σήματα, οι φωνές των αστυνομικών, ο θόρυβος των αυτοκινήτων, το βουητό της θάλασσας φτάνουν στ' αφτιά μου σαν απόηχοι, φωνές από έναν άλλο πλανήτη. Βλέπω αρκετά αυτοκίνητα της Αστυνομίας που έχουνε κάνει μπλόκα και ελέγχουν αυτούς που περνούν. Φτάνω στην πρόχειρη κρυψώνα που διάλεξα. Μόλις που χωράω. Στριμώχνομαι όσο περισσότερο μπορώ και ακούω τον θόρυβο της θάλασσας. Αρχίζω να νιώθω τόσο άνετα ώστε βλαστημάω γιατί να μην έχω κανένα τσιγάρο. Δεν έχω τίποτα εκτός από το μαγιό μου. Πάνω ένα ελικόπτερο γυρίζει πετώντας χαμηλά.

Πόσος χρόνος έχει περάσει; Δεν ξέρω. Το ρολόι μου, ένα πολύ παλιό, έχει σταματήσει. Άραγε πέτυχα; Με βασανίζει αυτό το ερωτηματικό. Οι σύντροφοί μου τι κάνουν τώρα στην Αθήνα; Έκαναν τις ενέργειες που τους είχα αναθέσει; Θα εκραγεί η βόμβα στο Στάδιο; Οι χωροφύλακες ψάχνουν όλη την ακτή. Τους βλέπω ψάχνουν βράχο-βράχο. Πλησιάζουν στο κρησφύγετό μου... Πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Ακούω, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι λένε, τις διαταγές των αξιωματικών. Και το ελικόπτερο δεν με εγκαταλείπει. Συνεχίζει να πετάει γύρω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Ο θόρυβος που κάνει έχει κάτι το απειλητικό. Το παρακολουθώ με τα μάτια. Εξακολουθώ να το παρακολουθώ, όταν ένας θόρυβος μ' αιφνιδιάζει. Ένας θόρυβος που έρχεται από απόσταση δύο μέτρων, όπου βλέπω τα πόδια ενός χωροφύλακα. Κρατούσα και την αναπνοή μου ακόμα. Κάτι του φώναξε κάποιος και απομακρύνθηκε. Τα βήματα απομακρύνονται. Μα μόλις ανέπνευσα από ανακούφιση, βλέπω, από μιά σχισμή του βράχου, έναν αξιωματικό, ακριβώς πάνω μου. Είναι ένας μοίραρχος. Κρατάει στο χέρι ένα περίστροφο και φωνάζει: Ψάξτε κάθε τι. Ψάξτε σπιθαμή προς σπιθαμή".

Καθώς φωνάζει, σχεδόν στ' αφτιά μου, καθώς κάθεται σχεδόν πάνω μου και μπορώ να δω τα παπούτσια του, μου δίνει ένα αίσθημα σιγουριάς, Αύριο ή μεθαύριο, όταν θα διηγούμαι αυτή τη σκηνή, κανείς δεν θα με πιστεύει, σκέφτομαι. Και από αυτή τη σκέψη άλλες σκέψεις ξεπετιώνται, μαζί με άλλες αναμνήσεις. Η λιποταξία μου λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα. Οι ταλαιπωρίες που πέρασα τους 16 μήνες που είμαι καταζητούμενος. Όλες τις φορές ξέφυγα τη σύλληψη την τελευταία στιγμή. Γιατί δεν θα μπορέσω να ξεφύγω τώρα; Μήπως στην Κύπρο δεν έψαξαν να με βρουν στο σπίτι που είχα καταφύγει; Δεν έψαξαν ακόμη στην ίδια την ντουλάπα που κρυβόμουνα; Μήπως τα χέρια τους δεν με άγγιξαν, ψαχουλεύοντας τα ρούχα πίσω από τα οποία κρυβόμουνα;

Πρέπει να διαφύγω και τώρα. Πρέπει. Όχι πως φοβάμαι. Είναι ο αγώνας που έχω μπροστά μου. Τόσο δύσκολος, τόσο μακρύς. Δεν φοβάμαι τον θάνατο, μα ο θάνατός μου πρέπει να έρθει στο τέλος αυτού του αγώνα. Όχι πριν. Αν μπορέσω να είμαι ο τελευταίος νεκρός αυτού του αγώνα, θα είναι μια χαρά για μένα, μεγάλη χαρά. Να πεθάνω μετά, αφού θα έχω εργαστεί πολύ, θα έχω υποφέρει πολύ. Αφού θα έχω δει να πλησιάζει η νίκη.

Το σημείο της απόπειρας, λίγο μετά τη σύλληψη. Φωτογραφία από ρεπορτάζ εφημερίδων. (Αύγουστος 1968)

 Αν πεθάνω τότε, όχι τώρα, ο πόνος για τον θάνατό μου των προσώπων που αγαπώ θα πνιγεί από τη χαρά της νίκης. Σύντροφοι, αδελφοί, γονείς, άγνωστοι σύντροφοι του κόσμου, πιστέψτε με: Ό,τι κι αν γίνει, όταν θα είμαι νεκρός, πρέπει να πείτε ότι έκανα εκείνο που μπορούσα. Δεν είμαι εγωιστής. Αλλά δεν μου αρκεί αυτό που έκανα. Έχω ακόμα πολλά να κάνω. Θέλω να συνεχίσω. Και αυτός ο μοίραρχος στέκεται όρθιος ακριβώς από πάνω μου. Διψάω. Ακούω πώς φωνάζει. Διψάω πολύ. Ακούω τις διαταγές του που με ενθαρρύνουν: “Ψάξτε πιο κάτω, ναι, πιο κάτω, μετά να πάμε από την άλλη μεριά". Ξέφυγα, σκέφτομαι, ακόμα μια φορά. Θα πάνε προς την άλλη μεριά, όπως πιστεύω, πιο κάτω. Θα ξεφύγω πάλι. Μετά, ο μοίραρχος -δεν τον χάνω ποτέ από τα μάτια μου-προχωρεί προς τα εμπρός και σκοντάφτει. Σκοντάφτει και πέφτει κάτω από τον βράχο. Ένας χωροφύλακας τρέχει να τον βοηθήσει. Με βλέπει. Είναι το τέλος.

Είναι το τέλος. Εκείνη τη στιγμή σκέφτομαι έτσι. Αντίθετα ήταν η αρχή. Όσο η μνήμη μου γυρίζει προς τα πίσω και αναπαριστάνει τα γεγονότα, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι όλα άρχισαν από τη στιγμή που ο μοίραρχος έπεσε, ο χωροφύλακας με είδε και βρέθηκα μπροστά σ' ένα πιστόλι που κρατούσε χέρι που έτρεμε. Μια φωνή, μια άλλη, αμέσως μετά πολλές φωνές μαζί: Φώναζαν να βγω από την κρυψώνα μου και να μην πυροβολήσω. Να πυροβολήσω με τι; Δεν είχα τίποτα στο χέρι μου ή μαζί μου. Ήμουνα το τα κοράκια. Ούρλιαζαν. Ένας μου τράβηξε το μαγιό για να δει αν είχα πιο αδύναμο πλάσμα της γης. Με τράβηξαν έξω. Όρμησαν πάνω μου σαν όπλο από κάτω. Άλλος μου άνοιξε το στόμα και έχωσε τα χέρια του. Ένας τρίτος μου τράβαγε τα μαλλιά. Δεν ήθελαν ν' αφήσουν τίποτα στην τύχη.

Τέλος, με έσπρωξαν μπροστά, έχοντας στραμμένα προς τα επάνω μου απ' όλες τις μεριές πιστόλια και αυτόματα. Με τα χέρια υψωμένα προχωρούσα με δυσκολία πάνω στους βράχους. Μόλις φτάσαμε στον δρόμο με έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Και αμέσως, γύρω μου, μαζεύτηκαν ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού και της Αστυνομίας. Μεταξύ αυτών ο στρατηγός Τζεβελέκος, υπουργός της χούντας, και ο Λαδάς, ένας από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Τον θεωρούσαν αρχηγό της ομάδας των σκληρών. Ούρλιαζαν όλοι μαζί χωρίς σύστημα:
– Πού βρίσκονται οι άλλοι;
– Απάντησε αμέσως.
– Πώς σε λένε, ποιος είσαι;
– Ποιοι ήτανε στη βενζινάκατος;

Οι ερωτήσεις έπεφταν σαν βροχή, ενώ οι χωροφύλακες της φρουράς τα είχανε χαμένα. Φώναζαν όλοι. Οι αξιωματικοί της Στρατιωτικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος, του Στρατού. Περισσότερο από όλους ούρλιαζε ένας άνδρας μικρού αναστήματος με βλογιοκομμένο πρόσωπο και ταυτόχρονα μου στραμπούλαγε το χέρι χτυπώντας με στο κεφάλι ή καίγοντας με την κάφτρα του τσιγάρου του διάφορα μέρη του κορμιού μου.
– Μίλα, δολοφόνε, ή θα σε λιώσω.
– Μίλα, που έχεις αφήσει τα ρούχα σου;
– Μίλα, μην παριστάνεις τον χαζό.
– Μίλα, δεν σε γλυτώνει πια τίποτα.

Η σιωπή μου, λες και του έδινε δύναμη. Ο τόνος της φωνής του ανέβαινε. Βρισκότανε σε κατάσταση υπερδιέγερσης. Σταματούσε να φωνάζει σ' εμένα για να βάλει τις φωνές σ' αυτούς που βρισκόντουσαν γύρω. Στους άνδρες του Λιμενικού Σώματος, επί παραδείγματι, απευθυνότανε με ιδιαίτερη περιφρόνηση:
– Τι διάβολο κάνετε εδώ, δρόμο, απομακρύνετε τα αυτοκίνητα, ανοίξτε την κυκλοφορία. Βλάκες, συνεχίστε το χτένισμα. Ανόητοι. Μπορεί να κρύβονται ακόμα συνένοχοι. Όχι;
Και μετά πάλι σ' εμένα:
– Ποιος είσαι, πώς σε λένε;

Βρισκότανε σε κατάσταση υστερίας και δεν μπορούσε να προσέξει ακόμα έναν χωροφύλακα που με είχε αναγνωρίσει και προσπαθούσε ανεπιτυχώς να του το πει.
Τον είχα ήδη αναγνωρίσει κι εγώ. Ήταν ένας χωροφύλακας, που επί χρόνια πολλά υπηρετούσε στη Γλυφάδα, το παραθαλάσσιο προάστιο κοντά στην Αθήνα, όπου ήταν το σπίτι των γονιών μου. Πλησίασε δειλά τους στρατηγούς, τους συνταγματάρχες και τους άλλους που με περιστοιχίζανε και τόλμησε να πει:
– Γνωρίζετε, υπηρετώ αρκετά χρόνια στη Γλυφάδα. Αυτός κατοικεί εκεί, τον γνωρίζω. Ο πατέρας του είναι ταγματάρχης του Στρατού. Τον λένε Παναγούλη. Από σπουδαστής...
Δεν τον άφησαν να πει τίποτε άλλο. Όρμησαν πάνω μου, "Σε πιάσαμε, υπολοχαγέ. Νόμιζες ότι θα μας ξεφύγεις, ε.... Τώρα θα καλοπεράσεις, υπολοχαγέ." Δεν μιλάω. Βλέπω τον χωροφύλακα να πλησιάζει εκ νέου. Προσπαθεί ανεπιτυχώς να πει κάτι, δηλαδή ότι δεν ήμουνα ο υπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης, αλλά ο αδελφός του Αλέξανδρος. Τον έδιωξαν πριν να προλάβει ν' αρθρώσει μια λέξη.
– Φύγε, χωροφύλακα. Κοίταξε τη δουλειά σου.
Απομακρύνθηκε προσβεβλημένος. Είναι πάντα λυπηρό να βλέπεις να προσβάλλεται ένας άνθρωπος, έστω κι αν αυτός ο άνθρωπος σου έκανε κάτι το κακό. Αν διάλεξες έναν δρόμο δύσκολο, είναι γιατί αγαπάς τους ανθρώπους. Αν συνεχίζεις τον μακρύ αυτό δρόμο, χωρίς να κουραστείς, είναι γιατί πιστεύεις ότι οι άνθρωποι δεν είναι κακοί. Ούτε ακόμα όταν συμπεριφέρονται κατά τρόπο κακό. Βέβαια, εξίσου, δεν είναι οι άνθρωποι και καλοί. Συχνά είναι ανόητοι, μα γεννιώνται για να γίνουν καλοί. Και ο τελικός στόχος του αγώνα είναι να τους το θυμίζουμε ότι πρέπει να είναι καλοί. Να τους εμπνέουμε να έχουν λιγότερη άγνοια μεταξύ του καλού και του κακού.

Θα καλοπεράσεις τώρα, υπολοχαγέ. Αυτό ήταν τώρα το ρεφρέν του μικρόσωμου βλογιοκομμένου φωνακλά. Συμπεριφερότανε σαν να ήταν κάποιο πρόσωπο σημαντικό. Μόνο μπροστά στον Λαδά τραβήχτηκε προς τα πίσω με σεβασμό. Ο Λαδάς με πλησίασε και με κοίταξε στα μάτια.

Άρχισε να μου μιλάει σε τόνο ήρεμο, φιλικό:
– Άκουσέ με καλά, υπολοχαγέ. Γνωρίζω τον αδελφό σου, Αλέξανδρο. Τον γνωρίζω από το 1960 που σπούδαζε στο Πολυτεχνείο. Τον συνάντησα στο νοσοκομείο όπου είχε κάνει μια εγχείρηση. Στο ίδιο δωμάτιο ήταν κι ο γιος μου. Μιλούσαμε ώρες γιατί με εντυπωσίασε ο τρόπος της σκέψης του. Ήταν έξυπνος. Εξέφραζε τις ιδέες του με πολύ θάρρος. Ασκούσε κριτική στον Καραμανλή και τα ανάκτορα. Και σου λέω:

"Αν ο Αλέκος ήταν εδώ, θα σου έδινε αμέσως μια συμβουλή: Πες τα όλα στον Λαδά. Έχε εμπιστοσύνη στον Λαδά. Μην κάνεις τον ανίδεο στον Λαδά. Βάλ' το καλά στο μυαλό σου, υπολοχαγέ, μόνο έτσι θα μπορέσω να σε βοηθήσω".

Μετά έκανε μεταβολή, μου γύρισε τις πλάτες χωρίς να ρωτήσει τίποτε, χωρίς να χαιρετήσει τον στρατηγό Τζεβελέκο, που ήταν υπουργός και ανώτερός του -έχουν κι αυτοί τα δικά τους, σκέφτηκα- χωρίς να δείξει την ελάχιστη αμφιβολία ότι εγώ ήμουνα ο Γιώργος και όχι ο Αλέξανδρος, με τον οποίο διαβεβαίωνε ότι είχε μιλήσει επί μακρόν. Απομακρυνόμενος στάθηκε για λίγο για να δώσει μια διαταγή ανόητη: "Ερευνήστε καλά όλα τα γεφυράκια". Οι ανόητοι δεν γνωρίζουν ποτέ πόσο ανόητοι είναι.
– Δεν θα καλοπεράσεις, υπολοχαγέ.
Πάλι ο βλογιοκομμένος αξιωματικός. Και τώρα μου λέει τελικά ποιος είναι.
Άκουσες καλά τι σου είπε ο κ. συνταγματάρχης, υπολοχαγέ;
Τώρα άκουσε εμένα, υπολοχαγέ. Δεν κατάλαβες ποιος είμαι, υπολοχαγέ; Είμαι ο Θεοφιλογιαννάκος, διοικητής Διώξεως του ΕΑΤΙΕΣΑ Γνωρίζω και εγώ τον αδελφό σου Αλέξανδρο. Αυτός σας κατέστρεψε όλους, αυτός ο Αλέξανδρος. Η ευθύνη είναι όλη δική του. Ποτέ δεν συνέβη να υπάρχουν τρεις λιποτάκτες από μια οικογένεια. Και αυτός διαφεύγει της σύλληψης. Μα θα τον πιάσουμε. Πού θα πάει.

Ένας συνταγματάρχης της χωροφυλακής ήθελε να κατέβω από το αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν σ' ένα τζιπ. Ο Θεοφιλογιαννάκος πετάχτηκε: "Είναι δικός μας. Είναι της ΕΣΑ. Εσείς τι ανακατεύεστε; Εμείς ξέρουμε τη δουλειά μας".
"Δεν θα περάσεις καλά, υπολοχαγέ". Τώρα το επαναλάμβαναν και ο υπαξιωματικός με πολιτικά, ο συνταγματάρχης της χωροφυλακής και οι δύο άλλοι που μπήκανε στο αυτοκίνητο την τελευταία στιγμή. Κάθε τόσο μου έριχναν καμιά αγκωνιά, γροθιές στο στομάχι, κλοτσιές στις γάμπες.
“Θα σε περιποιηθούμε όπως σου αξίζει". Στριμωγμένος και χτυπημένος ανέπνεα με δυσκολία. Όλο μου το σώμα πονούσε. Οι βράχοι μού είχανε πληγώσει τα πόδια, τα καψίματα από τα τσιγάρα με έτσουζαν ενοχλητικά. Αλλά τα μάτια μου σε διέγερση με την ελπίδα ότι μπορούσε να συμβεί κάτι το απρόοπτο. Έπρεπε να εκμεταλλευτώ αμέσως κάθε ευκαιρία διαφυγής. Η ελπίδα ήτανε απελπιστικά αισιόδοξη. Οι επιβάτες των αυτοκινήτων που περνούσαν δίπλα μας δεν είχανε την ελάχιστη ιδέα τι συνέβαινε. Πρόσωπα κενά, μάτια αδιάφορα. Τώρα αρχίζει να με πιάνει η κούραση και οι σκέψεις να ξανάρχονται. Θυμάμαι τις αγωνίες, τις στερήσεις όλους αυτούς τους μήνες της παρανομίας.

Θυμάμαι όλες τις φορές που είχα πικραθεί, είχα εγκαταλειφθεί, είχα προδοθεί. Και αυτό μου δίνει δύναμη και με κάνει να σκέφτομαι: έφτασα στο τέλος, έφτασα όρθιος χωρίς να κάνω τίποτα που θα με έκανε να ντρέπομαι. Δεν έχω λόγους να αισθάνομαι κουρασμένος. Με περιμένουν δοκιμασίες φοβερές, με περιμένουν πόνοι. Δεν με φοβίζουν τόσο οι πόνοι του σώματος όσο της ψυχής. Δεν μπορώ να επιτρέψω σε κανέναν να με θεωρήσει νικημένο. Δεν θα νικηθώ ποτέ. Υψώνω το κεφάλι. Ο Θεοφιλογιαννάκος σφίγγει καλύτερα το πιστόλι που μου κρατάει στα πλευρά. Μπορεί να πυροβολήσει, μα επαναλαμβάνει το στερεότυπο:
"Δεν θα καλοπεράσεις, υπολοχαγέ". Από μένα δεν θα μάθει ποτέ, τίποτα. Το αυτοκίνητο περνάει μπροστά από το Στάδιο, προσπερνάει το "Χίλτον" και στρίβει στην αμερικανική πρεσβεία. Το αναγνωρίζω αμέσως στη στροφή. Το Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Στρατιωτικής Αστυνομίας, Το Κέντρο Βασανιστηρίων.

Σε ένα καθεστώς δικτατορικό, η ανάκριση ακολουθεί μια προκαθορισμένη πορεία που έχει ο υ έχει σαν βάση την ψυχολογική βία. Ο έξυπνος ανακριτής γνωρίζει ότι το κύριο όπλο του είναι ο χρόνος. Γνωρίζει ότι για να επιτύχει δεν πρέπει να δείχνει ανυπομονησία. Αντίθετα, πρέπει να κλιμακώσει τις ερωτήσεις του στον χρόνο και έτσι να προκαλέσει στο θύμα του αισθήματα ανασφάλειας και φόβου, την εντύπωση της απόλυτης εγκατάλειψης.

Ο ανακριτής γνωρίζει ότι η απειλή, και πιο πολύ ακόμα η αναμονή της πραγματοποίησής της, οδηγεί στην κάμψη της φυσικής αντίστασης αυτού που υποβάλλεται στην ανάκριση. Η προσεκτική συλλογή και μελέτη κάθε στοιχείου που έχει σχέση με τον ανακρινόμενο δίνει στον ανακριτή τη δυνατότητα να διαπιστώσει σημεία ευπαθή και χρησιμοποιήσιμα για να φέρουν το σπάσιμο του ανακρινόμενου. Αδυναμίες προσωπικές. Πρόσωπα αγαπητά. Καταστάσεις που δεν θα ήθελε ν' αποκαλυφθούν, όπως δεσμοί συναισθηματικοί, μετατρέπονται αμέσως σε μέσα ανακριτικά. Το ίδιο οι φιλοδοξίες, τα πάθη, τα μίση, οι προσωπικές αντιπάθειες.

Τέλος, οι πιο άγνωστες και ασήμαντες πληροφορίες για τον χαρακτήρα του ανακρινόμενου γίνονται όπλα στα χέρια της ανάκρισης. Κατά συνέπι θα ξεπεράσει την ανάκριση μόνο όποιος είναι ψυχικά προετοιμασμένος να δεχτεί τα πάντα και έχει ήδη αρνηθεί τα πάντα. Ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό του: Από αδυναμίες σε συναισθηματικούς δεσμούς μέχρι φιλοδοξίες. Και προ πάντων όταν είναι ψυχικά προπαρασκευασμένος να υποστεί οποιαδήποτε σκληρότητα. Μα και αυτό δεν αρκεί. Εκτός του ότι δεν θα πρέπει να υποταχθεί στην ανάκριση, θα πρέπει να είναι ικανός να αντιταχθεί σ' αυτήν αντιμετωπίζοντάς την με μέθοδο.

Δεν πρέπει να της επιτρέψει να χρησιμοποιήσει το στοιχείο του χρόνου. Πρέπει να της το αφαιρέσει. Απεργία πείνας, δίψας, αυτοτραυματισμοί, επιθετικότητα είναι μέσα που εμποδίζουν τη συστηματική ανάκριση και εξουδετερώνουν το στοιχείο του χρόνου. Κάνοντας έτσι, το θύμα σε τρεις ή τέσσερις μέρες θα πέσει σε κώμα. Η ανάκριση δεν μπορεί να προχωρήσει. Και όταν, με τις επεμβάσεις των γιατρών, το θύμα θα είναι σε κατάσταση να ανακριθεί ξανά, πρέπει να επαναλάβει το ίδιο. Αποχή από τροφή και νερό, επιθετικότητα. Απόλυτη άρνηση. Δεν χρειάζεται ούτε να απαντάς, μα ούτε και να κάνεις ερωτήσεις. Κάθε στοιχείο που θα συγκεντρώνεις, πρέπει να γίνεται διανοητικά, ακούγοντας και παρακολουθώντας, ποτέ με διάλογο. Αφτιά και μάτια ανοιχτά, στόμα κλειστό, μνήμη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να παρακολουθείς πού βρίσκεται η ανάκριση, για να προγραμμματίσεις την αντίθεσή σου περισσότερο ψυχικά παρά σωματικά, για να αμυνθείς, για να μη νικηθείς. Αυτά σκεφτόμουνα όταν έμπαινα στο στρατόπεδο της ΕΣΑ με τις άγριες σπρωξιές του Θεοφιλογιαννάκου και των άλλων.

Το στρατόπεδο ήταν σε συναγερμό. ΕΣΑτζήδες με αυτόματα σε κάθε γωνία, οπλισμένοι σαν αστακοί. Μα γιατί, σκεφτόμουνα, μου θυμίζουν τους αστακούς! Αυτοί δεν τους μοιάζουν. Φαίνονται ξαφνιασμένοι, αμήχανοι. Έτσι αμήχανοι και ξαφνιασμένοι με σπρώχνουν προς ένα γραφείο. Ένα ξύλινο γραφείο, ένα τετράγωνο τραπέζι, τρεις καρέκλες. Οι ερωτήσεις αρχίζουν αμέσως, με χτυπήματα. Φωνές στ' αφτιά μου, χέρια που μου τραβάνε τα μαλλιά με σπρώχνουν να κάτσω σε μια καρέκλα. Κοιτάζω απλανής μπροστά μου. Δεν απαντώ. Αυτό τους εξαγριώνει. Πολλαπλασιάζουν τα χτυπήματα. Ένας μόνο παρατηρεί:
– Μα δεν βλέπετε ότι έχει πάθει σοκ; Φωνάξτε έναν γιατρό!
Αντ' αυτού φωνάζουν έναν φωτογράφο. Κάπως δύσκολο γι' αυτόν. Είμαι γυμνός με ένα μαγιό μόνο. Φροντίζει να μη βγουν στη φωτογραφία μερικά σλόγκαν που κρέμονται στον τοίχο ή άλλα σημεία που να δείχνουν που βρίσκομαι. Είναι για τις εφημερίδες, σκέφτομαι.
Ο γιατρός έρχεται μετά. Φορούσε στολή επιάτρου και τα μάτια του λες και γελούσαν μονίμως. Με κούνησε ελαφρά από τον ώμο, ψαχούλευσε τα χτυπήματα στο σώμα, κοίταξε έκπληκτος τα καψίματα των τσιγάρων.

– Πώς είσαι; Σου πονάει εδώ; Πού πονάς; Εδώ, εκεί;
Μιλούσε και εγώ δεν απαντούσα. Για να ξεπεράσει την αμηχανία του έλεγε ότι είμαι καλά. Όταν ένας αξιωματικός της ΕΣΑ είπε ότι τον δουλεύω, αυτός κοίταξε σαστισμένος. Γύρισε ξανά σ' εμένα να του πω που πονάω. Δείχνω το κεφάλι μου. Με ρωτάει σε ποιο σημείο το είχα χτυπήσει; Πώς; Μετά συνέχισε να το ψαχουλεύει με τα χέρια του, να κάνει επαλείψεις στις πληγές μου.
Η φωνή του φαινότανε αστεία και κάπως παιδική στην προσπάθειά του να δείξει σοβαρότητα. Όλη του η συμπεριφορά έδειχνε περιέργεια και κάποια καλοσύνη. Ήτανε φανερό ότι δεν είχε καταλάβει τι είχα κάνει και γιατί βρισκόμουνα εκεί, ενώ παράλληλα έδειχνε κάποια συμπάθεια, Δεν μπορούσε να κάνει μια πραγματική εξέταση μπροστά σε τόσους αξιωματικούς και έφυγε δείχνοντας ότι μάλλον τον έδιωχναν. Στην πόρτα στάθηκε για λίγο και στα χείλη του φάνηκε κάποιο αδιόρατο χαμόγελο.
Απομακρύνθηκε και η όψη του έγινε σοβαρή στις φωνές ενός αξιωματικού που με απειλούσε. Στα επόμενα χρόνια, όλα αυτά τα χρόνια του πόνου και του τρόμου, συνάντησα και άλλους σαν κι αυτόν. Όχι πολλούς, το ομολογώ. Πολλοί γιατροί είχανε συμμετάσχει στα βασανιστήρια για να γίνονται πιο ραφιναρισμένα και να παρατείνουν την αγωνία. Μα εκείνοι οι λίγοι, όπως ο επίατρος, ήταν αρκετοί για να με πείσουν ότι οι άνθρωποι δεν είναι αναγκαίως κακοί και αξίζει να υποφέρει κανείς γι' αυτούς.
– Δεν με θυμάσαι εμένα, Παναγούλη;
– Όχι
– Πώς είναι δυνατόν; Υπηρετήσαμε μαζί στο 534.
– Δεν θυμάμαι.
– Μα με δουλεύεις, είμαι ο Μισακλίδης.
– Δεν θυμάμαι.
Και τον Λιάγγουρα δεν τον θυμάσαι;
– Όχι.
Ο ταγματάρχης Μισακλίδης με παρατηρεί αμήχανος και μετά θυμων μένος. Μπήκε στο γραφείο με τον αέρα ότι θα έβρισκε εκεί έναν φίλο και με χαιρέτησε με εγκαρδιότητα. Πίστευε καταφανώς ότι ήμουνα ο Γιώργος, Εγώ και ο Γιώργος μοιάζαμε στο σώμα, στο δέσιμο, ακόμα και στην εμφάνιση. Οι γραμμές μας ήταν ίδιες. Εγώ τώρα, όπως ήμουνα παραλλαγμένος από τα χτυπήματα, δημιουργούσα αμφιβολίες. Περίμενα με αγωνία πότε ο Μισακλίδης θα φύγει.

Όταν είδα τις πλάτες του, ανέπνευσα. Πρέπει να εκμεταλλευτώ στο μέγιστο δυνατό το γεγονός ότι έχουν νομίσει ότι είμαι ο Γιώργος. Ο Γιώργος είχε χαθεί από καιρό. Υπολοχαγός των υποβρυχίων μονάδων καταδρομών, μόνιμος αξιωματικός, είχε λιποτακτήσει τρεις μήνες μετά από μένα. Τον Σεπτέμβριο του 1967. Έφτασε στην Τουρκία, μετά στη Συρία, μετά στον Λίβανο και τέλος στο Ισραήλ. Όταν κρυβόμουνα στην Κύπρο, ταξίδευα στην Ευρώπη και προπαρασκεύαζα την απόπειρα, οι πληροφορίες για την τύχη του με κατατρόμαξαν. Έμαθα ότι οι Ισραηλινοί τον είχανε προδώσει και με ένα ελληνικό πλοίο τον έστειλαν στους συνταγματάρχες. Όταν το πλοίο έφτασε στον Πειραιά, η καμπίνα του ήτανε κενή και το παράθυρό της σπασμένο.

– Φέρτε τον εδώ.
Με αρπάζουνε από την καρέκλα και με σπρώχνουνε σ' ένα διπλανό δωμάτιο. Όμοιο με το προηγούμενο. Ένα γραφείο, ένα τραπεζάκι, τρεις-τέσσερις καρέκλες, μια βιβλιοθήκη. Σε αυτό ήτανε ακόμα και ένα σιδερένιο κρεβάτι, με δυο στρατιωτικές κουβέρτες. Ένα παραθυράκι με κάγκελα. Κατάλαβα αμέσως. Στη γωνιά δυο υπαξιωματικοί οπλισμένοι με αυτόματα και κλομπ. Κουνούσαν τα κλομπ τους απειλητικά. Με πετάνε στο κρεβάτι. Στο γραφείο ένας λοχαγός με ύφος σιωπηλό. Αρχίζει να μου κάνει ερωτήσεις: Ποιας τάξεως είσαι; Σε ποια μονάδα υπηρετείς; κ.λπ. Είναι φανερό ότι δεν έχει σχέση με την ανάκριση. Τον έστειλαν, σκέφτομαι, για να καλύψει το κενό. Έμεινα ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά. Συνέχιζε τις ερωτήσεις, χωρίς να περιμένει απαντήσεις.
– Ε, ναι, γνωρίζω πολλούς των τάξεων 60 και 61. Καλά παιδιά.
Αισθάνεται ανακούφιση όταν ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν δυο με πολιτικά. Χαιρετιώνται, σηκώνεται, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και βγαίνει αμέσως.
– Είμαι ο υπαστυνόμος Μάλλιος, της Υπηρεσίας Διώξεως Κομμουνισμού της Γενικής Ασφάλειας. Και ο κύριος είναι ο υπαστυνόμος Μπάμπαλης, Και οι δύο παρουσιάζονται με σοβαρότητα που έχει κάτι το κωμικό που κρατούσε στα χέρια του. Είχε μια όψη αποκρουστική και μια φωνή Πλησιάζουν προς το κρεβάτι και ο Μπάλλιος αναδεύει τους φακέλους σαν τον ήχο που κάνουν οι στάλες της βροχής πάνω στους τενεκέδες. Φωνή αποκρουστική και διαπεραστική. Μονότονη.
– Υπολοχαγέ, έχουμε τις πληροφορίες που σας αφορούν. Πλήρεις. Αλέξανδρου. Γνωρίζουμε τα πάντα. Θα έχετε ακούσει να μιλούν για μας. Έχουμε ακόμα τους φακέλους των δύο αδελφών σας. Να, εδώ είναι του Οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί μιλάνε τακτικά για μας. Μας συκοφαντούν, γιατί είμαστε οι χειρότεροι εχθροί των κομμουνιστών και γιατί μας. Μιλούν για μέθοδοί μας δεν έχουν ανάγκη βασανιστηρίων για να πιέσουν τον ανακρινόμενο. Το επιτυγχάνουμε με αποδείξεις, γεγονότα, πληροφορίες πανακρινόμενος, αφοπλίζεται από την καλοσύνη μας. Τον βοηθάμε να που συγκεντρώνουμε με υπομονή. Αν δεν είναι πορωμένος κομμουνιστής ανανήψει. Με τους μισθοφόρους δεν έχουμε ανάγκη κακομεταχειρίσεως, Μόλις τους προσδιορίσουμε, τους εξαγοράζουμε. Τους κάνουμε συνεργάτες μας.«Άλλοι λένε: "Θα σας τα πω, μα θέλω να προστατεύσω για λόγους αισθηματικούς ένα ορισμένο πρόσωπο". Έχουμε κατανόηση. Θυμούμαι κάποιον που μου είπε: "Κρυβόμουνα στο σπίτι του τάδε. Μη τον συλλάβετε. Το έκανε από φιλία, είναι οικογενειάρχης". Ε, δεν τον καλέσαμε ούτε στην Ασφάλεια. Πήγαμε σ' αυτόν, πήραμε ορισμένα αντικείμενα κρατούμενού μας, του κάναμε απλώς συστάσεις. Η φιλία, του είπαμε, είναι καλή, αλλά θα μπορούσε να σε οδηγήσει στη φυλακή για όλη σου τη ζωή. Τίποτε άλλο. Να γιατί οι κομμουνισταί μάς μισούν. Για την ανθρωπιά μας, την ιδεολογική μας κατάρτιση, την επαγγελματική ικανότητα των ανδρών της υπηρεσίας μας. Θυσιαζόμαστε για την Πατρίδα. Μέρα και νύχτα. Νύχτα και μέρα. Και να πεις ότι μας αμείβει το κράτος! Πέντε ψωροδεκάρες. Τα ξέρετε εσείς αυτά. Το κράτος δεν αμείβει φυσικά. Δεν πειράζει, γιατί γνωρίζουμε ότι εμείς προστατεύουμε το κοινωνικόν καθεστώς. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται. Εμείς μένουμε. Σήμερα ο Παπαδόπουλος, χθες ο Παπανδρέου ή ο Καραμανλής, αύριο ποιος ξέρει; Για μας είναι όλοι το ίδιο. Στηρίζονται σε μας.

Δεν περίμενε ν' απαντήσω. Η ικανοποίησή του ήτανε ότι είχε τη βεβαιότητα ότι ήξερε το καθετί και ότι είχε αδιαφιλονίκητη επιχειρημα-τολογία. Ήταν ένα δημιούργημα χαρακτηριστικό της δικτατορίας. Ο τύπος που βλέπει την εξουσία σαν ένα φαινόμενο εξωτερικό, ένα άθροισμα μέσων για τη διατήρηση του κατεστημένου, χωρίς να κουράζεται με την προβληματική. Δεν είναι αναγκαία ηλίθιος. Σε πολλές περιπτώσεις δεν πνίγει επίσης το αίσθημα της ματαιοδοξίας. Του αρέσει να μένει άγνωστος μα ισχυρός, δηλαδή να βρίσκεται στον προθάλαμο της εξουσίας. Η νοοτροπία του προέρχεται από ένα μίσος ειλικρινές για την αταξία, έχει ανάγκη ειλικρινή της τάξης, έστω και αν σαν πρότυπο τάξης μπορεί να έχει τη συμμετρία των σταυρών ενός νεκροταφείου. Σ' αυτή τη συμμετρία περικλείεται, διανοητικά, υπηρετώντας ιδέες και μεθόδους καθιερωμένες. Αφοσιώνεται σαν ιερέας σε συστήματα καθιερωμένα, θεοποιεί τους κανονισμούς. Δεν έχει φαντασία. Δεν μπορεί να φανταστεί κάτι το καινούργιο και γι' αυτό φοβάται κάθε αλλαγή. Η βία του δεν είναι η φυσική, μα πιο αποκρουστική, γιατί δικαιολογεί και προστατεύει τη φυσική βία. Έχει σεβασμό προς τους βίαιους και πρωτόγονους που υπακούουν πάντοτε. Αντιπροσωπεύει την αόρατη και ακίνητη εξουσία.

Φιλοσοφικά, είναι ο κλασικός φασίστας, πασίστας, δηλαδή ο φασίστας χωρίς χρώμα που υπηρετεί κάθε φασισμό, κάθε ολοκληρωτισμό, γιατί βάζουν τους ανθρώπους στη γραμμή, όπως τους σταυρούς ενός νεκροταφείου. Είναι ένας τύπος που γεννήθηκε πριν από τα αισθήματα, πριν από τις ιδέες. Είναι ο ένα τύπος γενικός και διαρκής. Είναι ο πρώτος εχθρός των ανθρώπων που θέλουν να λέγονται άνθρωποι.
– Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο με αυτά τα θέματα, υπολοχαγέ. Ας αρχίσουμε με μερικές ερωτήσεις. Πολύ κουρασμένος, ε;
Ακούστε, δεν επιθυμούμε να μάθουμε πολλά. Ας αρχίσουμε με το σπίτι που σας φιλοξενούσε. Μ' αυτόν τον τρόπο θα βρείτε τα πράγματά σας. Ρούχα, ξυριστική μηχανή, ό,τι σας χρειάζεται. Δεν μπορεί να μένετε εδώ έτσι γυμνός. Περιττό να σας πούμε ότι το όνομα που θα μας δώσετε θα είναι κάτω από την προστασία μας. Εκτιμούμε πολύ τα αισθήματα που προέρχονται από συγγένεια ή από φιλία. Δεν είμαστε κομμουνισταί. Λοιπόν, πού μένετε;
– Δεν θυμάμαι.
– Τι σημαίνει δεν θυμάστε. Προσπαθήστε.
– Σας λέγω δεν θυμάμαι και δεν ελπίζω να θυμηθώ.
- Υπολοχαγέ, γνωρίζετε τι θα πει ανάκριση; Στο τέλος, όλοι θυμούνται. Ηρεμήστε λίγο. Απλώς βρίσκεστε ακόμη σε υπερένταση. Είσθε εκνευρισ μένος. Πάρτε έναν καφέ, λίγο νερό. Τα χείλη σας έχουν ξεραθεί.
– Δεν πίνω τίποτα.
– Τώρα κάνετε σαν μικρό παιδί.
Φαινότανε πολύ υπομονετικός. Μπήκε ο Μπάμπαλης στη μέση. Φαίνεται έτσι είχαν διανεμηθεί οι ρόλοι, σαν ένα μπαστούνι που κατέληγε σε βελούδινο χέρι.
– Υποκριτή, ύπουλε. Πες που έμενες. Το ξέρουμε. Έχουμε τις πληροφο-ρίες μας. Θα τους πιάσουμε όλους. Θα αντιληφθείς ότι η ανάκριση δεν είναι φλυαρία. Γιατί να ταλαιπωρείς τους φίλους σου και δεν συμπεριφέρεσαι σαν άντρας; Γιατί δεν λες ότι έμενα εκεί, ότι εγώ έκανα την απόπειρα κάτ' αυτόν τον τρόπο, αναλαμβάνω τις ευθύνες μου. Έτσι συμπεριφέρεται ένας άντρας. Μα εσύ δεν είσαι άντρας. Είσαι δειλός. Τρέμεις. Έχεις φόβο,
Είσαι γυναίκα, υπολοχαγέ. - Και εσύ είσαι πούστης.
– Θα σου δείξω.
– Σκάσε Μπάμπαλη...
– Τώρα θα...

Έχει σηκωθεί απειλητικά και ο Μάλλιος τον κρατάει από το χέρι. Η κωμωδία τώρα συνεχίζεται με τους δυο. Ο υπολοχαγός θα δείξει κατανόηση, Μπάμπαλη , ηρέμησε,
– Μα πώς; Τον μιλάμε με ευγένεια και αυτός, ένας λιποτάκτης, μας -βρίζει. Αρχίζουμε αμέσως. Πρέπει να το μάθουμε για να προστατεύσουμε τη ζωή πολλών αθώων. Αυτός θα μας έκανε χαρτοπόλεμο.

Μια καλή ανάκριση είναι σαν ένα θεατρικό έργο, με ηθοποιούς που μπαίνουν και βγαίνουν, σύμφωνα με ένα σενάριο ακριβές των κινήσεων και των λόγων. Όσοι πιο πολλοί είναι και πιο διαφορετική η συμπεριφορά φοβισμένος. Το σενάριο προβλέπει την κατάρρευσή του τη στιγμή που και οι κινήσεις τους τόσο ο ανακρινόμενος αισθάνεται μόνος και αρχίζει η βία. Όπως ο χρόνος είναι το κύριο μέσο του ανακριτή, η βαρβαρότητα είναι ο κύριος σύμμαχός του. Καταβεβλημένος ο ανακρινόμενος από τα χτυπήματα και τα βασανιστήρια, αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει προς εκείνον ο οποίος τον πίεσε μόνο ψυχολογικά

Αυτός ο κίνδυνος εξουδετερώνεται μόνο με την αντεπίθεση. Η αντεπίθεση συνίσταται στην εισαγωγή μιας αντικωμωδίας, όπου η βία αντιτίθεται στη βία, επί παραδείγματι χτυπώντας αυτόν που σε χτυπάει Δεν είναι εύκολο φυσικά. Αυτοί είναι πολλοί και εσύ είσαι άοπλος. Δεν έχουν όμως μυαλό και εσύ έχεις. Πρέπει να τους καταλάβεις εξ απροόπτου, όταν σε νομίσουν εξουθενωμένο. Πρέπει να συγκεντρώσεις όλες σου τις δυνάμεις, ακόμα και όταν αισθάνεσαι ότι είσαι έτοιμος να καταρρεύσεις, και να μην ξεχνάς ποτέ ότι ο πόνος υποφέρεται. Η απώλεια της αξιοπρέπειας ποτέ.
Άνοιξε η πόρτα. Μπαίνει ο Θεοφιλογιαννάκος.
– Χάνετε ακόμα τον καιρό σας με αυτόν; Τον αρχίσατε με το καλό ε;
Αφήστε τον σε μένα.
ω Είναι ακόμη ταραγμένος, κύριε ταγματάρχα. Ας τον αφήσουμε να συνέλθει, θα απαντήσει, λέει ο Μάλλιος, που φαίνεται κάπως αμήχανος.
- Φλυαρίες. Από το πρωί μας δουλεύει. Τι θα πει "δεν θυμάμαι", κόλλησε η βελόνα στο “δεν θυμάμαι". Έχει γλώσσα. Αυτός χρειάζεται ειδικό σύστημα. Εμπρός, πώς σε λένε; -
ω Δεν θυμάμαι.
– Μα ήδη το ξέρουμε, εγκληματία. Το γνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή. Είσαι ένας προδότης, ένας λιποτάκτης και τίποτε άλλο. Μην προσπαθείς να κάνεις τον ήρωα. Ποιος σε βοήθησε, εγκληματία;
– Δεν θυμάμαι.
– Είσαι μόνος. Όλοι σε εγκαταλείψανε, μαλάκα.
– Οι μαλάκες φοράνε τώρα τη στολή του ταγματάρχη.
– Σκύλε, κτήνος. Θα σε γδάρω.

Να που η κωμωδία αρχίζει, ακολουθώντας την αντικωμωδία. Ο Θεοφιλο γιαννάκος πετάγεται και με χτυπάει στο πρόσωπο. Πετάγομαι από το κρεβάτι. Με το ένα χέρι πιάνω το χέρι του και με το άλλο του σπρώχνω το πρόσωπο προς τα πίσω
– Προδότη, του φωνάξω κατάμουτρα. Εσείς είστε προδότες.
Παραπατάει και όλοι πέφτουν πάνω μου. Όλοι μαζί. Με χτυπάνε με κλοτσιές και γροθιές, με υποχρεώνουν να σηκωθώ. Σηκώνομαι και αρχίζω να χτυπάω. Ένα τραπεζάκι αναποδογυρίζει, μια καρέκλα στριφογυρίζει στον αέρα. Γίνεται πανδαιμόνιο. Το εκμεταλλεύομαι για ν' αρπάξω ένα αυτόματο από το χέρι ενός φρουρού. Εγώ το τραβάω. Αυτός το κρατάει, ενώ ο συναδελφός του χτυπάει με κλομπ. Το κλομπ χτυπάει ακόμα και τους άλλους που τα χάνουν και αρχίζουν να χτυπιούνται ακόμα και μεταξύ τους. Ο Θεοφιλογιαννάκος προσπαθεί να τους χωρίσει και επαναλαμβάνει συνεχώς.
– Είναι εκπαιδευμένος, προσοχή, είναι εκπαιδευμένος.

Μετά σκοτάδι. Ένα μακρύ σκοτάδι. Ιδρώνω σαν σφουγγάρι, ενώ στο στόμα μου νιώθω τη γλυκιά γεύση που έχει το αίμα. Το κεφάλι μου πονάει. Πού βρίσκομαι; Πάλι στο κρεβάτι. Μου έχουνε δέσει τα χέρια πίσω από την πλάτη, ένας αξιωματικός κάθεται πάνω στο στήθος μου, ένας άλλος μου κρατάει το κεφάλι ακίνητο. Δίπλα ο Θεοφιλογιαννάκος κοιτάζει λαχανιασμένος. Σκύβει πάνω μου και με φτύνει στα μάτια.
– Προδότη, θα το πληρώσεις.
– Θα το πληρώσεις, παλιόσκυλο.
– Με απειλείς, εσύ με απειλείς, σ' αυτό εδώ το γραφείο, αλήτη.
Παράλληλα με χαστουκίζει, μου δίνει γροθιές. Μα δεν είναι μόνος. Έχουνε μπει κι άλλοι αξιωματικοί, που σπρώχνονται για να μου ρίξουν καμιά γροθιά. Φωνάζουν όλοι μαζί.
– Θα σε λιώσουμε, είμαστε επαναστάτες.

Εγώ δεν έχω πια ούτε σάλιο για να τους δώσω ένα φτύσιμο. Δεν μπορώ να κινηθώ. Με έχουνε ακινητοποιήσει. Τώρα ο Μπάμπαλης παίρνει ένα κλομπ και αρχίζει να μου χτυπάει τα πέλματα των ποδιών. Ένα χτύπημα μετά το άλλο, χωρίς διακοπή. Προσπαθώ να προφυλαχτώ, μα είναι αδύνατο. Δεν μπορώ να κινηθώ. Ένας ΕΣΑτζής κάθεται στο στήθος μου, ένας άλλος στα πόδια μου και ο πόνος είναι ανυπόφορος, τρομακτικός, που περνάει σαν ηλεκτρικό ρεύμα από τα πόδια μου στο μυαλό, περνάει στα αφτιά, μετά στις πλάτες, στο στομάχι.
Αυτός που μου κρατάει το κεφάλι αρχίζει να το χτυπάει στον τοίχο. Χτυπάνε σαν μανιακοί. Είναι μανιακοί. Με βρίζουν με τις χειρότερες λέξεις.

Με τη γλώσσα στεγνωμένη προσπαθώ να πετάξω καμιά βρισιά να εξαγριώσω τον Θεοφιλογιαννάκο. Αρπάζει το κλομπ από τον Μπάμπαλη και αρχίζει να με χτυπάει παντού μέχρι ότου το σώμα μου δεν αντιδράει στα χτυπήματα. Το αίμα δεν κυκλοφορεί πια. Τα σίδερα του κρεβατιού έχουνε μπει στο σώμα μου και ο πόνος φαίνεται σαν βελονιές. Αισθάνομαι να παραλύω. Πότε θα τελειώσει; Ένα χέρι μού φράζει το στόμα. Μου κλείνουν τη μύτη και το στόμα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είναι το πιο οδυνηρό μαρτύριο. Χτυπήστε με όσο θέλετε, αλλά μη με πνίγετε, σκέφτομαι και συγκεντρώνω κάθε υπόλοιπο δύναμης. Πάλι το χέρι που μου φράζει το στόμα. Πνίγομαι. Πνίγομαι... Μια κραυγή. Ένα χέρι που είναι κοντά μου το δαγκώνω. Είναι ο Θεοφιλογιαννάκος. Μετά ένας λήθαργος.

Ο λήθαργος είναι μια μεγάλη ανακούφιση χωρίς παραλληλισμό. Ένα γλυκό ταξίδι προς το άπειρο, μια ανάπαυση. Ανακτώντας τις αισθήσεις, μια απογοήτευση. Και βρίσκομαι πάλι στο κρεβάτι δεμένος.

Έχουνε λύσει τα προηγούμενα και μ' έχουνε δέσει σαν σταυρό. Νιώθω το πρόσωπό μου πρησμένο. Τα χείλη μου μού φαίνονται τεράστια και τα μάτια μου λες και έχουν ξεκολλήσει. Το υπόλοιπο δεν μου ανήκει. Δεν το αισθάνομαι. Έχω ακόμη δύο πόδια, δύο χέρια; Τους βλέπω. Τα βλέπω. Γυρίζω τα βλέφαρα. Αυτοί είναι όλοι καταϊδρωμένοι, λαχανιασμένοι. Γυρίζουν προς έναν υπολοχαγό που μόλις είχε μπει. Τον ρωτάνε κάτι:
— Είναι αυτός;
Ο υπολοχαγός με κοιτάζει σαστισμένος και με ρωτάει αν τον γνωρίζω.
— Όχι, απαντώ.
— Ψεύτη, τόσα χρόνια μαζί στη Σχολή Ευελπίδων και δεν τον θυμάσαι, λέει ο Θεοφιλογιαννάκος.
— Όχι, απαντώ.
Ο υπολοχαγός συνέχισε να με παρατηρεί, περισσότερο σαστισμένος. Πιθανώς είχε καταλάβει ότι δεν ήμουνα ο Γιώργος, μα το πρόσωπο και το σώμα μου ήτανε τόσο παραμορφωμένα ώστε να πιστεύει ότι μπορεί να έκανε λάθος. Καθώς μιλούσε, η φωνή του είχε κάποιο τόνο αμφιβολίας.
— Πρέπει να είναι αυτός. Έχει κάπως αλλάξει. Ναι, έχει αλλάξει αρκετά. Πιθανώς γιατί τον καταντήσατε έτσι.
Έκανε μεταβολή και έφυγε.

Οι λογοκριμένες αθηναϊκές εφημερίδες κάλυψαν ομοιόμορφα το γεγονός.

 Ο Γιώργος κι εγώ αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε δυο χρόνια διαφορά και είχαμε μεγαλώσει μαζί σαν να είχαμε γεννηθεί μαζί. Μαζί τρέχαμε στα αλσύλλια γύρω στη Γλυφάδα, μαζί κολυμπούσαμε στη θάλασσα, μαζί φυτεύσαμε τα τριαντάφυλλα στον κήπο του σπιτιού μας. Τα τριαντάφυλλα, τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές. Αντίθετα τις ελιές στο πεζοδρόμιο τις είχε φυτέψει μόνος. Ο Γιώργος είχε φυτέψει μόνος τον φοίνικα μπροστά στην πόρτα της εισόδου. Μας άρεσαν τα λουλούδια, τα ζώα, ο ήλιος και το θάρρος. Σύντροφος στα παιχνίδια μας ήταν ένας κόκορας πολύ θαρραλέος. Πολλές φορές μαλώναμε που πήγαινε μ’ αυτόν στο δωμάτιό του αντί μαζί μου. Τσακωνόμαστε για τέτοια μικροπράγματα. Η αγάπη δημιουργείται ακόμα και με τις διαφωνίες μεταξύ δυο υπάρξεων, που δεν είναι ο ένας σκλάβος του άλλου. Χτυπιόμασταν για λίγο και μετά ξαναφιλιώναμε. Κάποτε ο κόκορας πέθανε και πήραμε έναν δεύτερο, ίδιο και απαράλλακτο. Άλλα παιδιά έχουν έναν σκύλο, έναν γάτο ή μια χελώνα. Εμείς είχαμε έναν κόκορα. Πέθανε και ο δεύτερος και πήραμε έναν τρίτο, ολόιδιο. Ήταν σαν να ήταν αυτός ο κόκορας αθάνατος.

– Λέγε πώς δραπέτευσες απο το “Άννα-Μαρία”.
– Ξέρουμε ότι σε βοήθησε ο πρόξενός μας στο Ισραήλ. Ο πλοίαρχος του “Άννα-Μαρία” τα είπε όλα. Θα κανονίσουμε ακόμα και τον πρόξενο.
– Πότε συναντήθηκες με τον Αλέκο τελευταία φορά;
– Κανείς δεν πίστευε ότι συ μπορούσες να ξεφύγεις από το “Άννα-Μαρία”. Δεν ξέρουνε τι σημαίνει να είσαι Έλληνας αξιωματικός.
– Εγώ έκανα τις ανακρίσεις για τη διαφυγή σου. Όλοι λέγανε ότι ήσουνα νεκρός. Εγώ επαναλάμβανα: σεις δεν ξέρετε τι σημαίνει να είσαι Έλλην αξιωματικός των δυνάμεων καταδρομών. Υπηρέτησα σε αυτές τις μονάδες. Δεν μου φαίνεται τώρα γιατί έκανα καλύτερα. Τα γεροντόπαχα, βλέπεις. Διάβασα τα δύο χαρακτηριστικά σημειώματά σου. Ξέρεις τι είπε ο Παπαδόπουλος όταν τα διάβασε; “Αυτός είναι ένας από τους δικούς μας και δεν το ξέρει. Ένας πραγματικός αξιωματικός. Τον κατέστρεψε ο Αλέξανδρος”. Σκέψου την οικογένειά σου. Η μητέρα σου κινδυνεύει να τρελαθεί. Βγήκε στον δρόμο και άρχισε να μας βρίζει όταν πήγαμε σπίτι σου για έρευνα. Και τι δεν μας είπε, όταν κατάλαβε ότι σε έχουμε πιάσει. Αναγκαστήκαμε να την συλλάβουμε. Την κρατάμε στη Διοίκηση Χωροφυλακής. Γιατί θέλετε να περνούν τέτοιες ταλαιπωρίες τόσοι άνθρωποι;
– Πού είναι τα ρούχα σου; Ποιος μετέφερε τις νάρκες; Ποιος έβαλε τη βόμβα στο Στάδιο; Θα ανακρίνουμε κάθε πρόσωπο που εσύ γνωρίζεις: Γονείς, φίλους, γνωστούς. Θα περάσουν όλοι από την Αστυνομία. Τελικά θα βρούμε άκρη. Κάποιου θα του ξεφύγει κάτι. Κάποιος θα πιστέψει ότι τον αποκάλυψες όταν θα δει την Αστυνομία στο σπίτι του.
– Σε καταλαβαίνω. Μας είπες κατάμουτρα ότι είσαι εχθρός μας. Αποπειράθηκες να σκοτώσεις τον αρχηγό μας, μας βρίζεις. Μα ποιανού παίζεις το παιχνίδι; Του Κωνσταντίνου; των κομμουνιστών, των παλαιοκομματικών; Γιατί παίζεις το παιχνίδι του Κωνσταντίνου; Τον κυνηγήσαμε και ο Αλέκος ήταν πάντοτε αντιμοναρχικός. Έχει μήπως αλλάξει ιδέες; Γιατί εσείς είσαστε εναντίον του Στρατού; Η οικογένειά σου ήτανε στρατιωτική, το ίδιο οι φίλοι σου, ο Στρατός είναι η ζωή σου. Σκέψου τους συνεργάτες σου που τρέμουνε τώρα από τον φόβο τους όταν κάποιος πλησιάζει την πόρτα τους. Εσύ ξέρεις τι θα πει παρανομία. Πόσοι από αυτούς θα αντέξουν μέχρι τέλους;

Η δομή της οργάνωσης, από σχεδιάγραμμα που έπεσε στα χέρια των ανακριτών και δημοσιεύθηκε στις λογοκριμένες εφημερίδες.

 Μετά, σιγά σιγά, η ανακούφιση αρχίζει να εξαφανίζεται κάτω από τυραννικές σκέψεις: Δεν πέτυχα. Τι να κάνουν κάνουν αυτή την ώρα οι σύντροφοί μου, οι φίλοι μου; Το ξέρουν ότι έχω συλληφθεί; Πιθανώς ναι, και θ' ανάψουν τώρα τις φωτιές στα αλσύλλια. Τους τόνισα τόσες φορές τι πρέπει να κάνουν. Με το φτάσιμο της νύχτας να βάλουν φωτιές στα αλούλλια της πόλης. Είναι λυπηρό να βλέπεις ένα δέντρο να καίγεται.

Στην ουσία μοιάζει με ζει με άνθρωπο που πεθαίνει. Οι άνθρωποι και τα δέντρα πρέπει να είναι έτοιμα να πεθάνουν όταν είναι αναγκαίο. Πρέπει να κοιτάξω να δραπετεύσω. Ίσως έκανα λάθος να μη φαίνομαι φοβισμένος. Δεν έπρεπε να εξαγριωθώ. Τώρα με φυλάνε καλύτερα. Εκεί μέσα έχουνε τα αυτόματα. Βέβαια θα έχουνε αφαιρέσει τους γεμιστήρες. Ο Θεοφιλογιαννάκος όμως έχει πιστόλι. Το ίδιο και ο Μπάμπαλης. Αν με λύσουνε, θα προσπαθήσω ν' αρπάξω ένα. Θα τους αιφνιδιάσω και θα φέρω πανικό. Θα γίνει πανδαιμόνιο. Άσ' τους να μιλάνε. Την κωμωδία της ανάκρισης την έχω κερδίσει για την ώρα. Ο Θεοφιλογιαννάκος έχει δίκιο. Ερευνώντας προς κάθε κατεύθυνση θα μάθει πολλά. Θα πιάσει πολλούς. Υπομονή. Όσοι περισσότεροι τελειώνουν στις φυλακές τόσο πιο αντιληπτό γίνεται στους πολλούς τι σημαίνει δικτατορία.

Είναι μια θυσία σαν εκείνη του καψίματος των δέντρων. Είναι σημαντικό από εμένα να μη μάθουν τίποτα. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ο Θεοφιλογιαννάκος κάτι λέει, μα δεν τον ακούω πια. Ακούω ένα μουρμουρητό. Τι λέει; Α, λέει ότι έχασε την υπομονή του, ότι κάν τον ψόφιο κοριό, ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό και ότι θα ξαναρχία το μπαστούνι. Μα, αυτό το βουητό τι είναι;

Άνοιξε η πόρτα και πίσω από τον στρατονόμο που έφερνε καφέδ στον Μάλλιο και τον Μπάμπαλη μπήκανε μέσα πολλοί αξιωματικοί. Δεν ήτανε της ΕΣΑ. Μερικοί είχανε διακριτικά των μονάδων καταδρομών, άλλοι του πεζικού και άλλοι των πεζοναυτών. Φαινόντουσαν σαστισμένοι και κάπως αγριεμένοι. Ο Θεοφιλογιαννάκος συνέχισε:
— Βλέπεις, υπολοχαγέ, ολόκληρος ο Στρατός είναι εναντίον σου. Αν σε παραδώσω σε οποιοδήποτε στρατόπεδο, θα σε κάνουνε κομματάκια.
Ένας με έφτυσε στο πρόσωπο και άρχισε να με βρίζει. Περνούσαν όλοι από πάνω μου για να με φτύσουν, να με χτυπήσουν, να με βρίσουν. Ένα τείχος από στολές που προχωρούσε. Η πόρτα ήτανε ορθάνοιχτη. Έμπαιναν μέσα σαν ένα σμήνος από μέλισσες που τρέχουν προς ένα βάζο με μέλι. Εγώ, στη θέση του βάζου με το μέλι. Πόσοι ήταν δεν θυμάμαι. Πόσο κράτησε δεν θυμάμαι. Από καιρού εις καιρόν έριχνα καμιά λέξη, μια φράση περιφρόνησης, μηχανικά, για να τους δείξω ότι δεν έχω σπάσει. Κάνοντας αυτό με εξέπληξε και εμένα τον ίδιο. Ήμουνα πάντοτε πεισματάρης, μα τώρα πραγματικά δεν γνώριζα τον εαυτό μου.

Πώς μπορούσα να μένω έτσι ήρεμος! Υπέφερα πολύ, μα οι σκέψεις μου έτρεχαν αλλού. Παρά το τείχος από τις στολές, τις μέλισσες, ξανάβλεπα την αγριεμένη θάλασσα, το καλώδιο που δεν ξεμπερδευότανε, τις πιτσιλιές των κυμάτων, τ’ αυτοκίνητο που πλησίαζε, την έκρηξη, τη διαφυγή. Την αρχή των πάντων. Το κολύμπι κάτω από την επιφάνεια, το κύμα που με έσπρωχνε πίσω στην ακτή, αυτό το τρέξιμο στους βράχους, προς τη βενζινάκατο που απομακρυνότανε, απομακρυνότανε συνεχώς. Η αναμονή των μηνών, οι απογοητεύσεις, οι αγωνίες και η κόλαση που έβλεπα για το τίποτα. Τίποτα, εξαιτίας ενός καλωδίου που έγινε κοντύτερο. Ένα εκατοστό του δευτερολέπτου και ο τύραννος πέρασε, ζωντανός με την τυραννία του. Εγώ αντίθετα VENGO ACCHIAΡΡΑΤΟ για να τελειώσω εδώ ανάμεσα στ' αποχωρητήρια, ενώ ένας από τους αξιωματικούς μού κολλάει το πιστόλι στο μέτωπο και μου φωνάζει:
— Γιατί σε κρατάνε ακόμα, τσογλάνι; Ο Θεοφιλογιαννάκος του πιάνει μαλακά το χέρι αλλά καταφανώς ευχαριστημένος. Ένας άλλος, που φαίνεται πιο ευγενικός, ρωτάει:
— Μετάνιωσε, τουλάχιστον;
— Όχι, λυπάμαι που δεν πέτυχα.
Είναι η φωνή μου, που μου απαντάει έτσι. Τι φωνή παράξενη, πόσο μακρινή. Από πού έρχεται. Ακόμα και ο ευγενικός αξιωματικός φάνηκε παράξενος, μακρινός. Έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Οι στολές ορμούν ξανά επάνω μου. Με χτυπάνε, με χτυπάνε πιο πολύ, πάντα πιο πολύ. Λυπάμαι μόνο που δεν πέτυχα. Λυπάμαι μόνο που δεν πέτυχα. Τέλος ένα φοβερό χτύπημα. Από ποιον; Αισθάνομαι έναν τρομερό πόνο στο στομάχι, στην πλάτη, στο στήθος, η καρδιά μου γυρίζει ανάποδα. Σαν να με διαλύανε όλοι μαζί. Δεν διακρίνω πια τίποτα. Κλείνω τα μάτια...»

Μεταχρονολογημένη επιστολή αγάπης και αγώνα του γιου προς τη μητέρα.

 

Εδώ σταματάει η αφήγηση του Α. Παναγούλη. Τι έγινε μετά;

Μετά την αποτυχία της επίθεσης ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης ειδοποίησε τους ανθρώπους του να μην ταξιδέψει η «Μερσεντές» με τα όπλα στον Πειραιά. Κατά διαβολική σύμπτωση στις 16 Αυγούστου έφτασε ατμοπλοϊκώς από την Κύπρο μια άλλη «Μερσεντές», που ανήκε στον ανυποψίαστο νομικό σύμβουλο της κυπριακής πρεσβείας. Η χούντα τον ανέκρινε νομίζοντας ότι συμμετείχε στην οργάνωση.

Εν τω μεταξύ τα όργανα της δικτατορίας έμαθαν όχι μόνο για την αναμενόμενη άφιξη της «Μερσεντές» αλλά και για τα ονόματα των συντρόφων του Αλέκου Παναγούλη. Φαίνεται πως, παρακολουθώντας ύποπτες κινήσεις στο σπίτι της οδού Μεθώνης, βρέθηκαν στα άδυτα της ομάδας. Στις 16 Αυγούστου συνέλαβαν τον Νίκο Λεκανίδη και έβαλαν στο χέρι όπλα, εργαλεία, κώδικες, αλληλογραφία, σημειώματα, προκηρύξεις, οργανογράμματα, χρήματα, διευθύνσεις, ονόματα που φυλάσσονταν στο σπίτι-κρησφύγετο και στο άλλο σπίτι της οδού Μονεμβασιάς 2, στο Κουκάκι.

Ο Αλέκος Παναγούλης, για να ξεφύγει έστω λίγες ώρες από τα βασανιστήρια, οδήγησε τους ανακριτές του στα σημεία που είχε τοποθετήσει τις μη εκραγείσες βόμβες. Αμέσως τον ξανάκλεισαν στο κελί.

Στάθης Γιώτας: «Καθώς περίμενα στο σπίτι μου την είδηση για την επίθεση στον Παπαδόπουλο, με παίρνει ένας συνάδελφος από το γραφείο και μου λέει “Άνοιξε το ραδιόφωνο”. Δεν ήξερε τη συμμετοχή μου. Άκουσα την είδηση, ότι απέτυχε δολοφονική ενέργεια κατά του πρωθυπουργού. Δράστης, ο υπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης. Εγώ δεν ήξερα μέχρι τότε το ακριβές ονοματεπώνυμο του Αλέκου. Τον γνώριζα ως “Ανίκητο”. Ούτε και ως αρχηγός μού είχε παρουσιαστεί. Τηλεφώνησα στον Κλωνιζάκη. Βρέθήκαμε στο γραφείο του.

Μου είπε ότι επρόκειτο για τον Αλέκο. Σουρούπωνε. Πήραμε το αυτοκίνητό του και –όπως είχε σχεδιάσει ο Παναγούλης– φθάσαμε στο σημείο της απόπειρας, μήπως και τον εντοπίζαμε σε περίπτωση που δεν είχε καταφέρει να διαφύγει με τη βενζινάκατο ή με τα αυτοκίνητα των Λεκανίδη, Ζαμπέλη. Πήρα την αστυνομική μου ταυτότητα.

Οι χωροφύλακες είχαν φύγει. Είδαμε τις τρύπες –περίπου ένα μέτρο διάμετρος– που είχε ανοίξει η έκρηξη. Κοιτάζαμε δεξιά-αριστερά, πουθενά! Μέσω Κορωπίου γυρίσαμε ανήσυχοι στο Μενίδι.
Την άλλη μέρα –συνεχίζει ο Στάθης Γιώτας– είδα τη φωτογραφία του στις εφημερίδες. Ο Κλωνιζάκης πήγε στο Άργος. Εγώ έπρεπε να ξεφορτωθώ τις βόμβες. Κατά τις 6 το απόγευμα της 19ης Αυγούστου, μπήκε στο σπίτι ο υπαστυνόμος Καλύβας με δύο άνδρες. Φορούσαν πολιτικά. Ξεκουραζόμουν στο υπόγειο. Με φώναξε η μητέρα μου. Υποψιάστηκα.
— Δώστε μας ό,τι κείμενα έχετε και ελάτε για μια εξακρίβωση στην Ασφάλεια, μου λέει με ξερό ύφος.
Πάνω στο τραπέζι είδαν ένα διαβατήριο του αδελφού μου που είχε πάει ταξίδι. Το πήραν, λέγοντάς του να μας ακολουθήσει κι εκείνος. Είμασταν στο σαλόνι. Αν άνοιγαν το συρτάρι της βιβλιοθήκης, θα έβλεπαν τις βόμβες ανάμεσα στους φακέλους με συνδικαλιστικά κείμενα από το Πανεπιστήμιο. Άνοιξα το διπλανό ντουλάπι και άρχισα να βγάζω διάφορες προκηρύξεις της Ένωσης Κέντρου της Νομικής. Άνοιξα το δεύτερο συρτάρι. Στο διπλανό είχα τις βόμβες. Φορούσα σορτς και ένα πουκάμισο με μεγάλες τσέπες. Έσκυψα, άνοιξα το τρίτο ντουλάπι, ενώ πίσω μου εξερευνούσαν με βουλιμία τα χαρτιά. Έπιασα τα τσιγάρα με τους πυροκροτητές και γονατίζοντας τα άφησα κάτω από τη βιβλιοθήκη στο πάτωμα. Σηκώθηκα. Έριξα μια λοξή ματιά και είδα πως φαίνονταν. Ξαναέσκυψα, δήθεν ψάχνοντας τη βιβλιοθήκη, και έχοντας την πλάτη μου στους αστυνομικούς τα έβαλα αστραπιαία στην τσέπη του πουκαμίσου μου. Αυτοί διάβασαν έγγραφα του συλλόγου, αποκόμματα εφημερίδων, ανακοινώσεις της νεολαίας. Όταν τελείωσαν, τα πήραν μαζί τους, λέγοντάς μου να πάμε για την εξακρίβωση.
— Μια στιγμή να φορέσω παντελόνι, είπα.
Ο Καλύβας επέμεινε:
— Όπως είσαι!
Εκείνη τη στιγμή μπήκε η μητέρα μου. Την είδαν και μου επέτρεψαν να αλλάξω. Ακολουθούμενος από τον έναν αστυνομικό μπήκα στο διπλανό δωμάτιο. Έβγαλα το πουκάμισο με τους πυροκροτητές στην τσέπη, το άφησα πάνω στο κρεβάτι και ντύθηκα. Μπήκαμε σ' ένα αυτοκίνητο Πεζώ με κατεύθυνση τη Γενική Ασφάλεια, στην οδό Μπουμπουλίνας. Παρέδωσα το ρολόι μου και τη ζώνη στον αξιωματικό υπηρεσίας και στο υπόγειο κελί αμέσως. Ανάκριση, βασανιστήρια. Μου ζητούσαν να τους πω πού είχα τα εκρηκτικά. Είχαν μάθει. Όπως μου είπαν μετά από το σπίτι, η μητέρα μου είδε το πουκάμισο, βρήκε τους πυροκροτητές, υποψιάστηκε, τους έδωσε στην αδελφή μου, η οποία τους πέταξε στα χωράφια. Όμως στο ραδιόφωνο μέσα είχαν μείνει οι δυναμίτες. Την άλλη μέρα όρμησαν αστυνομικοί, τα έκαναν γης μαδιάμ, αλλά δεν έψαξαν το ραδιόφωνο.
Με μετέφεραν στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, στη Βασιλίσσης Σοφίας. Βρισιές, ξύλο, απομόνωση. Αναλογιζόμενος τον κίνδυνο που διέτρεχε το σπίτι από τους δυναμίτες, είπα στον Θεοφιλογιαννάκο, για το ραδιόφωνο. Έστειλε και τους βρήκε. Το ξύλο σταμάτησε».

Γιάννης Κλωνιζάκης: «Στις 16 Αυγούστου θα συναντιόμουν στον Πειραιά με τον Λεκανίδη για να παραλάβουμε όπλα και εκρηκτικά από τη “Μερσεντές” που θα ερχόταν από την Κύπρο. Τελικά δεν ήρθε. Στις 19 Αυγούστου πήγα στο Άργος, όπου ήταν ο άλλος αδελφός μου, Αντώνης, για να υπογράψω ένα συμβόλαιο οικοπέδου. Ήταν μεσημέρι καθώς επέστρεφα σπίτι στην Αθήνα. Ανοίγω την πόρτα. Ήταν μέσα αστυνομικοί. Είχαν πιάσει τον Αρτέμη. Επικεφαλής ο Μπάμπαλης και ο Μάλλιος. Μας πήγαν στην Ασφάλεια. Φωνές, ξεβράκωμα, ανακρίσεις. Μετά στο ΕΑΤ/ΕΣΑ. Άγριο ξύλο. Μου έδειξαν τον Λεκανίδη βασανισμένο».

Νίκος Ζαμπέλης: «Με έπιασαν στις 19 Αυγούστου. Ανάκριση. Ασφάλεια. ΕΣΑ. Σε άθλια κατάσταση με πήγαν και μου έδειξαν τον Αλέκο στο κελί του, δεμένο στον τοίχο.
— Δεν τον ξέρω, τους είπε ο Παναγούλης. Άγρια κακοποιημένος. Σχεδόν γυμνός. Το σώμα του καταματωμένο, χτυπημένο με σύρμα».

Η Αστυνομία συνέχιζε τις συλλήψεις πρώην στελεχών του Κέντρου αλλά και φιλοβασιλικών. Η μητέρα και ο πατέρας του Παναγούλη συνελήφθησαν την ίδια μέρα και ετέθησαν υπό περιορισμό στο νοσοκομείο στρατού (ΝΙΜΙΤΣ). Ανακρίθηκαν επίσης αρκετοί συγγενείς και φίλοι. Αστυνομικοί έκαναν «φύλλο και φτερό» το σπίτι των Παναγούληδων στη Γλυφάδα. Ψιλοκοσκίνισαν ακόμα και το χώμα του κήπου.

Την ίδια μέρα της απόπειρας, στις 3 μ.μ., ο Γενικός Διευθυντής Τύπου και Πληροφοριών Βύρων Σταματόπουλος κάλεσε στο γραφείο του εκτάκτως τους Έλληνες δημοσιογράφους και τους ανταποκριτές του Ξένου Τύπου. Τους ανακοίνωσε την απόπειρα, αφού εκφώνησε ένα αντικομμουνιστικό λογίδριο.
Φωτογραφία του Παναγούλη με μαγιό τραβηγμένη στην ΕΣΑ δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες με εντολή των λογοκριτών. Ύψος 1,74. Μαύρα μάτια. Δέρμα λευκό. Μουστάκι. Εξουθενωμένος, με τα σημάδια της καταδίωξης και των βασανιστηρίων.

Το -λογοκριμένο - Βήμα έγραφε την άλλη μέρα στην πρώτη σελίδα: «ΑΠΕΤΥΧΕ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ κ. ΠΡΩΘΥ ΠΟΥΡΓΟΥ». Πανομοιότυποι σχεδόν ήταν οι τίτλοι των άλλων, υπό λογοκρισίαν επίσης, εφημερίδων. Μόνο ο Ελεύθερος Κόσμος του Σάββα Κωνσταντόπουλου αρθρογραφούσε αυθόρμητα υπέρ της χούντας, Φωτογραφία του Παπαδόπουλου να μιλάει το βράδυ στους δημοσιογράφους στο γραφείο του και φωτογραφία του Αλέκου Παναγούλη με λεζάντα γραμμένη από τους λογοκριτές: «Το όργανο του φασισμού, το οποίο κατά μίμησιν του ΟΑΣ απεπειράθη να δολοφονήσει τον θεμελιωτήν της νέας δημοκρατίας».

Ρεπορτάζ: «Την 3ην μ.μ. χθες ο · χθες ο Γενικός Διευθυντής Τύπου και Πληροφοριών ανεκοί ανεκοίνωσε ότι την πρωίαν χθες εγένετο απόπειρα οφονίας του Πρωθυπουργού κ. Γ. Παπαδοπούλου.
Την 9ην πρωινήν, ολίγην δηλαδή ώραν μετά την εναντίον του κ. Πρωθυπουργού δολοφονικήν απόπειραν, συνήλθε το Υπουργικόν Συμβούλιον προκειμένου να εξετάση διάφορα θέματα.
Ο κ. Πρωθυπουργός διηύθυνε τας εργασίας του Υπουργικού Συμβουλίου εν πλήρει ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία χωρίς να ανακοινώση ουδέν περί της εναντίον του αποπείρας. Τούτο αποδεικνύει περιτράνως ότι ο κ. Πρωθυπουργός διατηρών βαθείαν και ακλόνητον πίστιν εις τον Θεόν, δεν επτοή επτοήθη από την την άνανδρον δολοφονικήν απόπειραν εις βάρος του, συνεχίσας το λίαν βεβαρημένον καθημερινόν πρόγραμμα εργασίας ως να μη συνέβη ουδέν»,
Ο Βύρων Σταματόπουλος, ο επί της προπαγάνδας του καθεστώτος, παρασυρθείς από το τέχνασμα του Παναγούλη, ανακοίνωσε ότι δράστης ήταν ο υπολοχαγός των καταδρομών Γεώργιος Παναγούλης. Ένιωσε μάλιστα αμήχανα γιατί δεν ήταν κομμουνιστής: «Λυπούμαι, αλλά εκείνος ο οποίος εκινήθη διά να δολοφονήση τον Πρωθυπουργόν δεν ήτο κομμουνιστής. Ο Γεώργιος Παναγούλης ήτο και είναι όργανον κύκλων με φασιστικάς αντιλήψεις, ως προς τα πολιτικά μας πράγματα. Ένα όργανον φασιστικών και αντιδραστικών κύκλων εκινήθη διά να δολοφονήση τον ηγέτη της Επαναστάσεως και Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, δηλαδή τον επικεφαλής των νέων δυνάμεων, αι οποίαι θεμελιώνουν την δημοκρατίαν». Το απόγευμα ο δικτάτορας δέχθηκε τους Έλληνες και ξένους αντα ποκριτές στο Πολιτικό Γραφείο στο Μέγαρο της κλειστής Βουλής. Κάμερες, μικρόφωνα, μπλοκάκια, μολύβια, φλας. Όρθιος στο γραφείο μ' εκείνα τα ψυχωτικά μάτια και τα πεταμένα φρύδια. Στον τοίχο το σήμα του καθεστώτος, ο φοίνικας αναγεννημένος εκ της τέφρας του. Δεξιά και αριστερά του εμβλήματος τα πορτρέτα του βασιλέως και της βασίλισσας.Τσιριχτή φωνή και άγριο βλέμμα με υπομειδίαμα πονηριάς: «Δεν θα ήθελα τίποτε περισσότερον να είπω από του ότι πέραν των επιδιώξεων, τας οποίας ημπορούσαν να έχουν όσα αναφέρονται εις την προπαρασκευήν και την εκτέλεσιν του γεγονότος αυτού, υπάρχει η επιδίωξις της αντεθνικής ενεργείας, της προσβολής των συμφερόντων του Ελληνικού Λαού. Τούτο εκτιμάται βασικώς και εκ της μορφής την οποίαν έλαβεν η εκδήλωσις. Είχαμεν καθ' αυτό το γεγονός της εκρήξεως, είχαμεν δύο εκρήξεις κατά τον αυτόν χρόνον εις δύο διαφορετικά σημεία της πόλεως και μετά μίαν ώραν χωρίς να φύγη τηλεγράφημα απ' εδώ είχομεν ανακοίνωσιν που εδόθη εις τα Γραφεία του Ασοσιέιτεντ Πρες εις το Παρίσι, διά της οποίας ανακοινώσεως περιεγράφετο η Αθήνα εις τας φλόγας! ».
«Βεβαίως –συνέχισε– αντιλαμβάνεσθε ότι αυτό ήταν ευθέως ενέργεια αναφερόμενη εναντίον της εντυπώσεως, η οποία υπάρχει επί της τάξεως, της ασφαλείας και των αρίστων συνθηκών που κρατούν εις την χώραν μας, με σκοπόν και την ροήν του τουριστικού ρεύματος να ανατρέψουν και τας εντυπώσεις περί της εν τη χώρα καταστάσεως να διαστρεβλώσουν. Ως προς αυτό τούτο το γεγονός η έξωθεν οργάνωσίς του και κατεύθυνσίς του, από όσα είπεν ο κ. Σταματόπουλος, είναι σαφώς προσδιωρισμένη . Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού δεν ημπορεί να έχη καμμίαν σχέσιν με τας συνθήκας ασφαλείας και τάξεως εις την χώραν, διότι με την δημοκρατικότητα του καθεστώτος την οποίαν έχομεν ο καθ' ένας ημπορεί να κινηθή και να έχη είτε ένα πιστόλι εις την τσέπην του και να πιστολίση, είτε ένα κομμάτι δυναμίτιδος εις την τσάντα του και να το βάλη κάπου να εκραγή ». «Ο Θεός όμως υπήρξε πάντοτε φιλέλλην. Και αποδεικνύεται ότι εξακολουθεί να είναι φιλέλλην προς στενοχώριαν των εχθρών της Ελλάδος.
Προσωπικώς είχα την διαίσθησιν ότι θα εγένετο αποτυχούσα απόπειρα εναντίον μου, δι' ο, χωρίς να θέλω να θεωρηθή περιαυτολογία ίσως υπήρξα ο ψυχραιμότερος κατά την στιγμήν που ενεφανίσθη το γεγονός.
Προσωπικώς πιστεύω ότι όταν είναι από τον Θεό να αφαιρεθή η ζωή ενός ανθρώπου, δεν εξαρτάται τίποτε πλέον από τους ανθρώπους και ημπορείτε να είσθε βέβαιοι ότι η ζωή μου, όσον ο Θεός που είναι φιλέλλην την συναρτά με το συμφέρον της Ελλάδος, θα είναι εν ασφαλεία ».
«Μην αγωνιάτε –κατέληξε ο Γ. Παπαδόπουλος–, μην ανησυχήτε, διαβεβαιώσατε την κοινήν Γνώμην ότι πρέπει να είναι ήρεμος και διαβεβαιώσατε όλους εις το εξωτερικόν, και τους πολλούς συμπαθούντας ημάς και τους εχθρούς μας, ότι αι συνθήκαι εις την χώραν θα είναι η ηρεμία, η τάξις, η ασφάλεια, η ευτυχία και η χαρά. Τα σύνορα είναι ανοικτά. Ο γαλανός ουρανός και αι ωραίαι παραλίαι και τα νησιά περιμένουν τους ξένους εις την χώραν, όπου ο φιλόξενος Ζευς θα είναι πάντα πρόθυμος να τους υπηρετήση. Εδώ είναι η καλυτέρα, η ασφαλεστέρα, η πλέον εύτακτος και η πλέον ευγενής εξ απόψεως περιβάλλοντος ανθρώπων, είναι περιοχή διά να περάση ο κόσμος τας ημέρας των διακοπών του εν χαρά και ευτυχία ».
Ο τύραννος διαβεβαίωσε ότι το σχέδιο Συντάγματος θα κρινόταν με «δημοψήφισμα», που είχε προσδιοριστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου του 1968, υπό καθεστώς φυσικά στρατιωτικού νόμου.
Για να παραστήσει τον άφοβο, είπε πως όταν αντελήφθη την έκρηξη έδωσε εντολή στον οδηγό να σταματήσει. Πράγματι, κατέβηκε προς στιγμήν από το αυτοκίνητο, είδε τον κρατήρα στην άσφαλτο και συνέχισε τον δρόμο του προς το Μέγαρο της Βουλής, όπου προήδρευε του «υπουργικού συμβουλίου», χωρίς να πει τίποτα.
Παραμονή της Παναγίας. Προσκυνητές στην Τήνο. «Επ' ώμου αρμ!» Ύμνοι. Αμμουδιές. Πανηγύρια. Καύσωνας. Δώρα και φιλιά. Λουλούδια. Η Μαρία... Ο Παναγιώτης... Δικτάτορες προσεύχονται... Ο Παναγούλης και οι σύντροφοί του περνούν από φωτιά και σίδερο. «Την Παναγία σου!.. Μίλα ρε τσογλάνι!..» Εξευτελισμός. Λίγες οι φωνές υπέρ του Παναγούλη.

Βύρων Σταματόπουλος προς δημοσιογράφους: «Όλοι οι τίμιοι άνθρωποι εις την Ελλάδα και εις το εξωτερικόν, δεν ήτο δυνατόν παρά να εκφράσουν αποτροπιασμόν διά την εγκληματικήν απόπειραν. Αλλά υπήρξε και μία ελεεινή και θλιβερά εξαίρεσις. Ένα τηλεγράφημα του Ασοσιέιτεντ Πρες από τη Στοκχόλμη αναφέρει ότι “ο Ανδρέας Παπανδρέου εχαρακτήρισε τη δολοφονικήν απόπειραν κατά του Έλληνος πρωθυπουργού ως πράξιν ηρωισμού”. Και έπλεξε, συμφώνως πάντοτε προς το Ασοσιέιτεντ Πρες, το εγκώμιον του Παναγούλη . Ούτω αποδεικνύεται ότι το πνευματικόν και ηθικόν επίπεδον, καθώς και το μέτρον κρίσεως του Α. Παπανδρέου, ευρίσκονται εις το αυτό ύψος με εκείνο του Σιρχάν Σιρχάν... Μόνον πωρωμένος αμοραλιστής, μόνον μία εγκληματική φύσις, μόνον ένας αδίστακτος τυχοδιώκτης και μόνον ένας πνευματικώς ανάπηρος ή σχιζοφρενής, είναι δυνατόν να πλέκη το εγκώμιον ενός δολοφόνου και να εξαίρη ως ηρωισμόν μίαν δολοφονική απόπειραν».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου με δήλωσή του πήρε αποστάσεις από το ΠΑΚ του γιου του Ανδρέα, ξεκαθαρίζοντας ότι «οι λόγοι και οι πράξεις του αφορούν τον ίδιον και την οργάνωσίν του, δεν αφορούν την Ένωσιν Κέντρου». Το ΚΚΕ, από έλλειψη πληροφόρησης, στη ραδιοφωνική εκπομπή της Μόσχας, απέδωσε την απόπειρα «είτε σε σκηνοθεσία που αποβλέπει σε διαφήμιση του Παπαδόπουλου, είτε σε εκδήλωση εσωτερικών αντιθέσεων του καθεστώτος».
Το Κομμουνιστικό Κόμμα, που υπέφερε ακόμη από την εξτρεμιστική πολιτική του στον εμφύλιο πόλεμο, ανακοίνωσε ότι δεν θεωρούσε την ατομική τρομοκρατία ως κατάλληλο μέσο για την πτώση της χούντας. Αντιθέτως, πίστευε στην ανάπτυξη μαζικού λαϊκού κινήματος. (Φωνή της Αλήθειας 16/8/68).

Και «δώσ' του» ανακοινώσεις ο Σταματόπουλος: «Καθ' Υψηλήν Βασιλικήν Επιταγήν ο Αυλάρχης της Α.Μ. του Βασιλέως, πρεσβευτής κ. Λεωνίδας Παπάγος, επεσκέφθη την 10.30 π.μ. της σήμερον την Α.Ε., τον πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Γεώργιον Παπαδόπουλον, και διεβίβασεν αυτώ τα θερμά συγχαρητήρια του Άνακτος επί τη διασώσει του, εκ της εναντίον αυτού γενομένης δολοφονικής αποπείρας».

Ο εν Αθήναις πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών κ. Τάλμποτ απέστειλε προς τον Γ. Παπαδόπουλο την ακόλουθη επιστολή:
«Αγαπητέ Κύριε Πρωθυπουργέ, Επιτρέψατέ μου να σας συγχαρώ διότι χθες απεφύγατε κάθε σωματικήν βλάβην και ταυτόχρονα να εκφράσω την βδελυγμίαν μου διά την καθ' υμών επιχειρηθείσαν πράξιν βίας . Η προσφυγή εις δολοφονικάς επιθέσεις διά πολιτικούς λόγους καταδικάζεται από όλα τα σοβαρά και έχοντα συναίσθησιν της ευθύνης των πρόσωπα, αδιακρίτως αν τοιαύται πράξεις συμβαίνουν εις την Ελλάδα ή εις την ειδικήν μου χώραν ή εις οιανδήποτεν άλλην . Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι συμμερίζομαι –και είμαι βέβαιος ότι πάντες διαπνέονται υπό του αυτού αισθήματος– την γενικήν ανακούφισιν επί τη διασώσει σας και την ελπίδα ότι η αποτυχία της βδελυράς αυτής αποπείρας θα εμποδίση την περαιτέρω προσφυγήν εις τοιαύτα μέσα παρ' οιουδήποτε.

Ειλικρινώς υμέτερος
Φίλιπς Τάλμποτ».

Τηλεγράφημα του Προέδρου Μακαρίου: «Κάθε δολοφονική απόπειρα είναι καταδικαστέα, πολύ δε περισσότερον όταν πρόκειται περί πολιτικής φύσεως δολοφονία».

Στους μητροπολιτικούς ναούς της χώρας ετελέσθησαν δοξολογίες «επί τη διασώσει του πρωθυπουργού ». Στις 8.30 πρωινή της 17ης Αυγούστου εψάλη δοξολογία στο παρεκκλήσι της Σχολής Ευελπίδων, χοροστατούντος του Μητροπολίτη των Ενόπλων Δυνάμεων Νικολάου, παρουσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, των αντιπροέδρων Παττακού και Πατίλη, των μελών του υπουργικού συμβουλίου, του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, αντιστρατήγου Οδυσσέα Αγγελή... «Ολόκληρος ο ιερός κλήρος της χώρας εύχεται όπως ο Κύριος, διά πρεσβειών Υπεραγίας Θεοτόκου, σκέποι τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως ».
Ένας χουντικός έριξε διά του Τύπου την ιδέα να χτιστεί στον τόπο της απόπειρας εικονοστάσι της Παναγίας. Όπερ και εγένετο.
Ο διεθνής και δη ο δυτικός Τύπος ήταν επιφυλακτικός απέναντι στην απόπειρα. Ιδού η ανασκόπηση του ξένου Τύπου, όπως την κατέγραψε η χουντοκρατούμενη Διεύθυνση Τύπου: «Οι Τάιμς γράφουν ότι ο ελληνικός λαός καταδικάζει πάσαν μορφήν βίας και ότι όλοι οι φίλοι της Ελλάδος πρέπει να εύχωνται όπως η χώρα επανέλθη εις “ομαλήν πολιτικήν ζωήν” άνευ της χρησιμοποιήσεως βομβών ».
«Επίσης, εις κύριον άρθρον των σήμερον, καταδικάζουν την δολοφονικήν απόπειραν και τονίζουν ότι είναι απαράδεκτος η προσφυγή εις τας βόμβας και το έγκλημα. Εν συνεχεία, η εφημερίς υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιτίθεται προς την Κυβέρνησιν. Τέλος, υπενθυμίζει την δήλωσιν του κ. Παπαδόπουλου περί επανόδου της χώρας εις τον συνταγματικόν βίον και συνιστά την αποφυγήν ακροτήτων».

«Η Νταίηλυ Τέλεγκραφ αναφέρεται εις την σωρείαν των ανακρίσεων και προσθέτει ότι, κατόπιν ερεύνης του ανταποκριτού της εις τον τόπον της αποπείρας, προκύπτει ότι “εάν τα τμήματα του θραυσθέντος βράχου εύρισκον τον κ. Παπαδόπουλον, θα τον εφόνευον ασφαλώς”».

«Η γαλλική Μοντ εις άρθρον της διερωτάται εάν η προσφυγή εις πολιτικάς δολοφονίας δύναται να εξυπηρετήση τους σκοπούς των αντιμαχομένων το καθεστώς, εις μίαν στιγμήν μάλιστα ως η παρούσα, ότε επίκειται η διενέργεια του δημοψηφίσματος».

Η Διεύθυνση Τύπου έδωσε στη δημοσιότητα πόρισμα ειδικών που εξέτασαν επιτόπου τον χώρο της έκρηξης: «Εκ της πυροδοτήσεως του γεμίσματος έλαβε χώραν η σημειωθείσα έκρηξις, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν η δημιουργία ρήγματος εις το εσωτερικόν του οχετού (καταστροφή του ανατολικού τοίχου επί μήκους 3,5 μ.) καταλήξαντος εις την επιφάνειαν του ερείσματος της οδού, υπό μορφήν δύο (2) μικρών κρατήρων διαμέτρου 1,10-1,20 μ. και βάθους 0,60 μ., όσον περίπου το πάχος τής εις το σημείον τούτο επικαλύψεως του οχετού . Οι κρατήρες ούτοι σχεδόν εφάπτονται, διαχωριζόμενοι υπό τμήματος της υποδομής, αποτελουμένου εξ αλλεπαλλήλων μεγάλων λίθων. Η πλαξ του οχετού και το οδόστρωμα της οδού υπέστησαν ζημίας. Το πυροδοτηθέν γέμισμα πρέπει να περιελάμβανε 8-10 λίβρας εκρηκτικήν ύλην».
Οι αρμόδιοι της Διεύθυνσης Τύπου έβαλαν τους δημοσιογράφους σ' ένα λεωφορείο και τους πήγαν επιτόπου για να διαπιστώσουν «ιδίοις όμμασι» τις ζημιές.

Στις 21 Αυγούστου τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία ανατρέποντας τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, ο οποίος προωθούσε ένα ελπιδοφόρο, κοινωνικό-πολιτικό πείραμα με συνδυασμό σοσιαλισμού και πολυφωνίας. Ε, λοιπόν, οι νευρωτικοί βασανιστές του Παναγούλη τού φόρτωσαν την «ευθύνη» της επέμβασης. Καθώς μάθαιναν τα νέα της εισβολής, έμπαιναν στο κελί του και χτυπώντας τον αλύπητα ούρλιαζαν:
— Είδες, ρε, τι κάνατε;
Ελάχιστοι Έλληνες ήξεραν ή υπέθεταν ότι η ομάδα Παναγούλη υπέφερε τα πάνδεινα στον Άδη του ΕΑΤ/ΕΣΑ. Ο Αλέκος Παναγούλης δεν άνοιγε το στόμα του. Έτσι, η δίκη του καθυστερούσε. Αποτέλεσμα; Στην Αθήνα άρχισε να κυκλοφορεί η ευτελής και δήθεν πονηρή ερμηνεία πως η απόπειρα ήταν σκηνοθετημένη από τον δικτάτορα για να ηρωοποιηθεί ή για να πάρει κεφάλια αξιωματικών που δεν ήταν δικοί του.
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1968, ενώ ο βούρδουλας έπεφτε στο κορμιά των μελών της «Ελληνικής Αντίστασης», ο Γενικός Διευθυντής Τύπου Βύρων Σταματόπουλος έδωσε στη δημοσιότητα στοιχεία, μαρτυρούντα τα της προπαρασκευής του εγχειρήματος. Ήταν φωτογραφίες με ενοχοποιητικά ευρήματα από το κρησφύγετο της οδού Μεθώνης: Δολάρια, εμπρηστικά υλικά, πυροκροτητές, περίστροφα, πλαστά διαβατήρια του Παναγούλη με τα ψευδώνυμα Αντώνιος Καραπέτρος και Μάριος Ανδρέου. Επιπλέον, χειρόγραφο κατάλογο του Παναγούλη με τα σημεία τοποθέτησης των βομβών.

Παράλληλα η χούντα έδωσε εντολή στις εφημερίδες να δημοσιεύσουν φωτογραφίες των κατηγορουμένων από την ανάκριση και φωτογραφία του χωροφύλακα της Χωροφυλακής Αγίας Παρασκευής Νικολάου Βαγγελάκου, ο οποίος συνέλαβε στο κοίλωμα του βράχου τον Παναγούλη το πρωί της απόπειρας. Ο εκπρόσωπος της χούντας ανακοίνωσε τα ονόματα των μοιράρχων της Χωροφυλακής, Κιρκιλή και Παπαθανασόπουλου, στους οποίους παραδόθηκε ο Παναγούλης. Ανέφερε δε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο ότι -όπως κατέθεσε ο Νίκος Λεκανίδης στην ανάκριση- το προηγούμενο πρωί της απόπειρας έκαναν με το αυτοκίνητο παρακολούθηση της διαδρομής της πρωθυπουργικής συνοδείας. Μάλιστα, όταν διασταυρώθηκαν στο γεφυράκι- οχετό με το προεδρικό αυτοκίνητο, ο Παναγούλης είπε στον Λεκανίδη: «Πρόσεχε μην τρακάρουμε με τον Πρόεδρο γιατί τον χρειαζόμαστε αύριο...»!

Υπήρχε όμως ένα συγκλονιστικό στοιχείο, το οποίο δεν δημοσιοποίησε μέχρι τότε η χούντα. Ποιο; Ότι ο άνθρωπος που διευκόλυνε τον Παναγούλη με διαβατήριο, που τον εκπαίδευσε, που τον εξόπλισε, που τον στήριξε παντοιοτρόπως να σκοτώσει τον αρχηγό της δικτατορίας ήταν ο υπουργός Άμυνας και Εσωτερικών, Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Αυτός, ο ηρωικός αγωνιστής του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, ο μετέπειτα καταχθό νιος συνωμότης, ο δεδηλωμένος αντικομμουνιστής, ο υποψήφιος κουμπάρος του Γεωργίου Παπαδόπουλου, ο όψιμος αντιχουντικός.

Το πλαστό κυπριακό διαβατήριο που του έδωσε ο Π. Γεωρκάτζης.

Ο δικτάτορας έμεινε άφωνος όταν οι ανακριτές της ΕΣΑ τού είπαν ότι είχε ευλογήσει την εξόντωσή του! Στις 3 Σεπτεμβρίου έφθασε στην Αθήνα Ο Πρόεδρος Κύπρου, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, επιστρέφοντας από μεγάλη περιοδεία στις Σκανδιναβικές χώρες και τη Ρώμη, όπου συναντήθηκε με τον Πάπα. Συνομίλησε με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στο Πολιτικό Γραφείο. Εγκάρδια ατμόσφαιρα. Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση, κατά τη συνάντηση εξετάσθηκε η πορεία του Κυπριακού. Κάποια στιγμή ο Παπαδόπουλος είπε το μεγάλο μυστικό στον Μακάριο. Ο τελευταίος εξεπλάγη. Παραδέχθηκε ότι η εντολή του προς τον Γεωρκάτζη ήταν να δοθεί στον Παναγούλη «λεσέ πασέ» (μιας χρήσης) για να ξεμπερδέψει από έναν μπελά. Ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο, υποθέτοντας ότι ο Παπαδόπουλος για λόγους εθνικούς θα απέκρυβε την ανάμειξη του Γεωρκάτζη. Μόνο όταν έμαθε ότι ο ανακριτής Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος στο πόρισμά του συμπεριέλαβε τον υπουργό του στους κατηγορουμένους, κάλεσε τον Γεωρκάτζη και τον προειδοποίησε, παρακαλώντας τον να υποβάλει την παραίτησή του, ώστε να υπάρξει κάποια εκτόνωση. Άλλωστε, αυτό ήταν βασική απαίτηση της χούντας.

Ο Γεωρκάτζης είπε πως δεν είχε αντίρρηση, αν και αρνήθηκε την ανάμειξή του στο σχέδιο δολοφονίας. Τότε παρενέβη ο Γλαύκος Κληρίδης, ο οποίος εκείνον τον καιρό διαπραγματευόταν με την τουρκική πλευρά το ζήτημα ασφαλείας των δύο Κοινοτήτων. Τηλεφώνησε στον Μακάριο. Του εξήγησε πως μια τέτοια αποκάλυψη για τον «τρομοκράτη» Γεωρκάτζη θα ενίσχυε την απαίτηση των Τουρκοκυπρίων για μειονοτική αστυνομία. Ο Αρχιεπίσκοπος τηλεφώνησε στον Παπαδόπουλο και εισηγήθηκε 24ωρη αναβολή στην έκδοση του ανακριτικού πορίσματος, ώστε να πάει στην Αθήνα ο Κληρίδης να του μιλήσει για τις συνέπειες της διαρροής. Ο Παπαδό πουλος συμφώνησε.

Εν τω μεταξύ, ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, βλέποντας τον κλοιό να σφίγγει γύρω του, τηλεφώνησε στον υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών που έστελνε τα δέματα με τον οπλισμό, τον Μίκη Μιχαηλίδη ζητώντας του να αλλάξει το δελτίο αποστολής του διπλωματικού σάκου για να μη φαίνεται το όνομα του έμπιστου αξιωματικού, Πατατάκου Κυριάκου. Ο υπάλληλος απευθύνθηκε στον υπουργό Σπύρο Κυπριανού ζητώντας οδηγίες. Ο υπουργός ενημέρωσε αμέσως τον Μακάριο. Οι φήμες είχαν πια μετατραπεί σε αποδείξεις. Ο Γεωρκάτζης είχε εκτεθεί.

Ο Γλαύκος Κληρίδης στη συνάντησή του με τον Παπαδόπουλο επικαλέστηκε τον αντίκτυπο που θα είχε στους καχύποπτους Τουρκο- κύπριους η πληροφορία ότι ο υπουργός Άμυνας οργάνωσε δολοφονική απόπειρα κατά του Έλληνα πρωθυπουργού. Ο δικτάτορας έδειχνε να πείθεται. Σήκωσε το τηλέφωνο. Έδωσε εντολή να μην αναφερθεί ο Γεωρκάτζης στο πόρισμα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποχωρούσε από την πολιτική. Η φωνή από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής του εξήγησε πως το κείμενο ήδη είχε σταλεί προς δημοσίευση. Έκανε τον εξοργισμένο. Ο Κληρίδης επέστρεψε άπρακτος στη Λευκωσία.

Ο Γεωρκάτζης αρνιόταν να υποκύψει στο τελεσίγραφο της παραίτησης. Υπουργοί, άνθρωποι της Αστυνομίας, παλιοί συναγωνιστές του, ευνοηθέ ντες απ' αυτόν σε πόλεις και χωριά, κινητοποιήθηκαν υποθέτοντας ότι επρόκειτο περί πλεκτάνης. Ο Κληρίδης ξαναπήγε στον Παπαδόπουλο. Ο Γεωρκάτζης προθυμοποιήθηκε να μεταβεί στον ανακριτή στην Αθήνα για να βοηθήσει στη διαλεύκανση της υπόθεσης... Ούτε να το ακούσει ο Παπαδόπουλος.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1968 το 45 σελίδων πόρισμα-φωτιά δόθηκε στη δημοσιότητα. Οι επαφές Παναγούλη-Γεωρκάτζη στην Κύπρο, στο Παρίσι και στην Αθήνα αναφέρονταν με κάθε λεπτομέρεια. Συντάκτης ο περιβόητος ανακριτής-βασανιστής, ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλο- γιαννάκος, ο οποίος επέδειξε προσωπικό ζήλο να τεκμηριώσει την ανάμειξη του Κύπριου υπουργού. Γιατί; Διότι το 1966, όταν υπηρετούσε στη Μεγαλόνησο με το επώνυμο Θεοφίλου, ο Γεωρκάτζης ζήτησε την επάνοδό του στην Ελλάδα μετά από πληροφορίες εμπίστων του ότι έβριζε χυδαία τον Πρόεδρο Μακάριο.

Ο ανακριτής, μεταξύ άλλων, έγραψε: «Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Υπουργός των Εσωτερικών και Εθνικής Αμύνης της Κύπρου, κάτοικος Λευκωσίας. Η ενεργός ανάμειξις τούτου εις τον αποκλειστικόν εφοδιασμόν της οργανώσεως διά παντοειδούς στρατιωτικού υλικού, το οποίον αποστέλλει δι' επισήμου οδού εις Ελλάδα (διπλωματικός σάκος) και η εν γένει οικονομική ενίσχυσις ταύτης τυγχάνει σκανδαλώδης και προκαλεί κατάπληξιν διότι σπανίως, αν μη ουδέποτε, εμφανίζεται εις πρόσωπα κατέχοντα επισήμους θέσεις. Έχει το ψευδώνυμον ΑΚΡΙΤΑΣ, είναι ο στρατιωτικός αρχηγός της οργανώσεως ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, πραγματοποιεί επαφάς με τους Ν. Νικολαΐδην και Α. Παναγούλην εν Κύπρω, καθ' ας ρυθμίζονται αι λεπτομέρειαι της αποστολής του στρατιωτικού υλικού και χρημάτων εις την Ελλάδα και ετέρας δύο εις Αθήνας με Α. Παναγούλην κατά το τρίτον δεκαήμερον του μηνός Μαΐου 1968 εις την οικίαν του πολιτικού μηχανικού Ι. Κλωνιζάκη επί της οδού Κουρμούλη αρ. 44».

Ο Γεωρκάτζης μίλησε για σκευωρία. Ο Παπαδόπουλος διεμήνυσε στον Μακάριο πως οι Έλληνες αξιωματικοί δεν θα παρελάσουν την 28ην Οκτωβρίου αν στην εξέδρα στεκόταν ο υπουργός Άμυνας. Για να υπάρξει κατευνασμός ο Γεωρκάτζης αναχώρησε για ολιγοήμερη επίσκεψη στο Λονδίνο. Ο δικτάτορας επέμεινε απειλώντας να ανακαλέσει τον αρχηγό της Εθνοφρουράς αν δεν απομακρυνόταν από την κυβέρνηση ο Γεωρκάτζης. Τελικά, την 1η Νοεμβρίου του 1968 υπέβαλε στον Πρόεδρο Μακάριο επιστολή παραίτησης, επισημαίνοντας ότι οι κατηγορίες εναντίον του βασίζονται μόνο σε καταθέσεις μερικών κρατουμένων. Αμέσως οργανώθηκαν διαδηλώσεις συμπαράστασης στους δρόμους της Λευκωσίας και έξω από το σπίτι του. Οι συγκεντρωθέντες φώναζαν αντιχουντικά συνθήματα. Ο Γεωρκάτζης βγήκε στον εξώστη: «Να μου επιτρέψετε ν' αφήσω τα χείλη κλειστά και την καρδιά σφιγμένη».

Όμως σε λίγες μέρες ξεσπάθωσε: «Οι συνταγματάρχες δεν εφάνησαν έντιμοι. Γκρέμισαν κάθε οχυρό και κάθε εστία αντίστασης. Πριν τέσσερα χρόνια το νησί κατεκλύσθη από τα στρατευμένα παιδιά της Ελλάδας. Οι αλύτρωτοι Έλληνες της Κύπρου πίστεψαν πως σήμανε επιτέλους η ώρα του εθνικού λυτρωμού. Κι όμως πλανήθηκαν οικτρά. Γιατί με το πρώτο κάλεσμα της Κύπρου για αγώνα, σήκωσαν οι συνταγματάρχες 8.000 ελληνικό στρατό, εκτελώντας δουλικά επιταγές άλλων. Σήκωσαν τον στρατό και τον πήραν στην Ελλάδα γιατί θα είχε πιο... χρήσιμο σκοπό, να υπηρετήσει το πολίτευμα της βίας παρά την λευτεριά της Κύπρου!»

Έπαιζε πια το κεφάλι του «κορώνα-γράμματα», την ίδια ώρα που ο φίλος του, ο Αλέκος Παναγούλης, περίμενε την καταδίκη του σε θάνατο.