Από το βιβλίο του Κώστα Μαρδά| Αλέξανδρος Παναγούλης "Πρόβες Θανάτου", Κεφάλαιο 5
Ιδού η απολογία του Παναγούλη από τα πρακτικά του δικαστηρίου, όπως τα παρέθεσε ο συνήγορός του Λέανδρος Καραμφυλίδης στο βιβλίο του "Η δίκη του Αλέξανδρου Παναγούλη".
«...ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ:
Θα είμαι σύντομος, κύριοι Δικασταί, προκειμένου να μη θεωρηθή ότι επιδιώκω την δημιουργίαν εντυπώσεων. Η ανάκρισις ήρχισε κλιμακουμένη από της περιοχής των γρονθοκτυπημάτων, των εγκαυμάτων, της φάλαγγος και των ραβδισμών μέχρις και της περιοχής των σεξουαλικών βασανιστηρίων.
Παρά ταύτα, κύριοι Στρατοδίκαι, υπάρχει ένα άλλο κεφάλαιο, το οποίον είναι συνέχεια αυτής της μορφής της ανακρίσεως. Το κεφάλαιον αυτό αφορά τας συνθήκας υπό τας οποίας κρατούμαι επί τρεις περίπου μήνας. Από της στιγμής της συλλήψεώς μου μέχρι και σήμερον, κύριοι Στρατοδίκαι, ουδέ επί ελάχιστον χρονικόν διάστημα δεν αφέθην ελεύθερος, υπό την έννοιαν να μου αφαιρεθούν οι χειροπέδες, ειμή μόνον ενώπιον του Δικαστηρίου σας, παραμένων χειροδέσμιος καθ' όλην την διάρκειαν του εικοσιτετραώρου. Ακόμη και εντός του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, όπου διεκομίσθην δις εις κωματώδη κατάστασιν ευρισκόμενος, δεν μου αφηρέθησαν αι χειροπέδες. Αύται ήσαν οι συνθήκαι τας οποίας αντιμετώπισα μέχρι της παρουσιάσεως ενώπιον του Υμετέρου Εκτάκτου Στρατοδικείου.
Από την στιγμήν της ενώπιόν σας παρουσίας μου, αντιμετωπίζω μίαν άλλην πλευράν της προανακρίσεως, η οποία συνίσταται εις την προσπάθειαν θεμελιώσεως της κατηγορίας επί πλαστών στοιχείων. Επί αναληθών γεγονότων. Επί κατασκευασθέντων, όχι μόνον μαρτύρων, αλλά και κατηγορουμένων. Θα μου επιτρέψητε να ασχοληθώ το πρώτο με ένα εκ των πλαστών στοιχείων, τα οποία υπάρχουν εις την δικογραφίαν.
Πρόκειται, κύριοι Στρατοδίκαι, περί της εν τω παραπεμπτικώ βουλεύματι αναφερομένης απολογίας μου. Κατά κόρον γίνεται μνεία περί της απολογίας του κατηγορουμένου Παναγούλη. Αναγιγνώσκων το βούλευμα και γνωρίζων ότι από της συλλήψεώς μου εις ουδεμίαν απολογίαν προέβην, ηπόρουν και διερωτώμην περί τίνος πρόκειται. Όταν προ τριών μόλις ημερ 5 ημερών έλαβον γνώσιν της δικογραφίας κελλίου μου εν τω Κέντρω Εκπαιδεύσεως Στρατιωτικής Αστυνομίας, είδον φίας, χειροδέσμιος και εντός του εις την θέσιν της τόσον διατυμπανισθείσης ν διατυμπανισθείσης απολογίας μου ένα έγγραφον, το οποίον δεν φέρει την ιδικήν μου υπογραφήν, αλλά του Ταγματάρχου και ανακριτού Θεοφιλογιαννάκου, αλλά και του χρησιμοποιηθέντος ως γραμματέως Λοχαγού Νικολάου Χατζηζήση. Θα μου επιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, καίτοι γνωρίζετε ως τακτικός δικαστής το νομικώς άκυρον της συστάσεως του εγγράφου αυτού, να σας είπω ότι θα γνωρίζετε βεβαίως και το ηθικόν απαράδεκτον της χρησιμοποιήσεώς του εν τω παραπεμπτικώ βουλεύματι.
Θα μου επιτρέψητε, κύριοι Στρατοδίκαι, να αναφέρω και ένα άλλο στοιχείον, το οποίον, Υμείς, κ. Πρόεδρε, γνωρίζετε καλύτερον. Θα ηδυνάμην ευθύς εξ αρχής να υποβάλω το αίτημα του απαραδέκτου της συζητήσεως, καθ’ ότι δεν υφίσταται απολογία του κατηγορουμένου εν τη δικογραφία και γνωρίζετε ότι το αίτημα θα ήτο βάσιμον. Δεν ήθελα όμως και την προτροπή της υπερασπίσεως και ιδία βουλήσει να νομισθή ότι φοβούμαι να αντιμετωπίσω τας οιασδήποτε κατηγορίας. Θα μου επιτρέψητε τώρα να αποδείξω την πλαστότητα του περιεχομένου της απολογίας μου.
Ή είναι αληθές το στοιχείον το οποίον αναφέρει η επίσημος κυβερνητική ανακοίνωσις, ή είναι ψευδές. Το στοιχείον αυτό συνίσταται εις το ότι ο Παναγούλης ωμολόγησεν, επί του Παναγούλη ευρέθησαν 13.500 δρχ., ενώ ο Παναγούλης συλληφθείς έφερε μόνον ένα μαγιό. Και δικαιολογεί διατί ευρέθησαν 13.500 δρχ. Διότι όλα τα είδη του ιματισμού του τα εφύλασσε ο Παναγούλης εντός σακούλας νάυλον, που ανευρέθη.

Αγέρωχος στην απολογία του, αποδέχεται την ποινή του θανάτου.
Κύριοι Στρατοδίκαι, από της στιγμής της συλλήψεώς μου ηρνήθην να είπω πού ευρίσκεται ο ρουχισμός μου. Ηρνήθην να αποκαλύψω και το όνομά μου και ανέφερον — προκειμένου να υπάρξη κάτι προς την ανάκρισιν, προκειμένου να υπάρξη έστω και η ελάχιστη διακοπή εις τους συνεχείς βασανισμούς μου — ανέφερον ότι τα ενδύματά μου τα είχον εις μίαν νάυλον σακκούλα, η οποία ερρίφθη εις την θάλασσαν. Ίσως ωρισμένοι εκ των κυρίων Στρατοδικών, ανήκοντας εις τα ειδικά Σώματα, να γνωρίζουν ότι μετέβησαν βατραχάνθρωποι εις την περιοχήν και ηρεύνησαν επί ημέρας διά την ανεύρεσιν της σακούλας.
Επεμβαίνει η Κυβέρνησις να δώση ανακοίνωσιν εις τον Τύπον διά να καθησυχάση την παγκόσμιον κοινήν γνώμην, η οποία, κατεχομένη από ανθρωπιστικά συναισθήματα, ενδιαφέρετο διά τας βαναυσότητας τας οποίας εγνώριζεν ότι λαμβάνουν χώραν και έδωσε αυτήν την ανακοίνωσιν. Απεδείχθη εκ των καταθέσεων και των απολογιών των συγκατηγορουμένων μου ότι τα ενδύματά μου ευρίσκονται εντός του αυτοκινήτου του Ζαμπέλη και όχι εντός της σακούλας νάυλον, όπως αναφέρει η ανακοίνωσις του επισήμου εκπροσώπου της Κυβερνήσεως προς τους ξένους ανταποκριτάς.
Τονίζει δε αυτή η ανακοίνωσις τα εξής: «Ως προκύπτει εκ της μέχρι τούδε πορείας της ανακρίσεως… όλα αυτά δι’ ιδίας αυτού χειρός έχει γράψει ο Παναγούλης». Κύριε Πρόεδρε, ή υπάρχει αυτή η κατάθεσις και είναι πλαστή, εάν υπάρχη, ή η Κυβέρνησις ψεύδεται διά δημιουργίαν εντυπώσεων. Η λογική κρίσις ότι το έντυπο αυτό είναι άκυρον είναι οφθαλμοφανής, η δε ακυρότης αυτού του εντύπου υφίσταται εκ των γεγονότων τα οποία ανέφερα…
Κύριοι Στρατοδίκαι, θα μου επιτρέψετε να αναφέρω ότι οιοσδήποτε και αν θελήση να μελετήση την απολογίαν μου και τα εν τη δικογραφία μου υπάρχοντα έγγραφα, καθώς και τας καταθέσεις των κ.κ. Πηλίτση, Μάλλιου και Μπάμπαλη, οι οποίοι συμμετέσχον εις τας βασάνους μου, θα αντιληφθή ότι η απολογία αυτή είναι μία συρραφή γεγονότων, τα οποία άλλοι αφηγήθησαν και τα οποία αποτελούν ελάχιστα πραγματικά γεγονότα και ότι και εις το κεφάλαιον ακόμη της συγγραφικής ικανότητος των αποδεικνύουν ότι ούτοι στερούνται συγγραφικών δυνατοτήτων. Δεν υπήρξεν όμως μόνον αυτή η μορφή της προανακρίσεως, η οποία αποδεικνύει ότι σεις, κ.κ. Στρατοδίκαι, ευρέθητε υπό άκρως δυσμενείς συνθήκας, αλλά υπάρχει εις αυτήν και η προσπάθεια κατασυκοφαντήσεως διά του Τύπου και το κατά κόρον δημοσιευμένον και εν τω παραπεμπτικώ βουλεύματι και εις τας εφημερίδας δήθεν βεβαρημένον ποινικόν μητρώον μου, ενώ υπάρχει αντίγραφον του ποινικού μου μητρώου ευρισκόμενον εν τη δικογραφία, το οποίον αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται καταδίκη διά κλοπάς, διαρρήξεις, τεντυμποϊσμόν κ.λπ. και ότι δεν ανήκομεν εις τον ημίκοσμον ή και υπόκοσμον, αλλά ανήκομεν εις μίαν κοινωνίαν, η οποία μάχεται διά μίαν καλυτέραν Ελλάδα και διά μίαν καλυτέραν αύριον.
Το αντίγραφον του ποινικού μητρώου μου αυτό δεν εξεδόθη επί της εποχής της φαυλοκρατίας, εξεδόθη επί των ημερών σας, την 1ην Οκτωβρίου 1968 και υπό επισήμου δικαστικής αρχής, υπό αρχής εις την οποίαν λειτουργεί και ο κ. Β. Επίτροπος και της οποίας αρχής το έγγραφον δεν θα έπρεπε να περιφρονήση καθ’ όν τρόπον το περιφρόνησεν. Διότι από της πρώτης στιγμής εζητήσαμεν, ευρισκόμενοι υπό κράτησιν, να δοθή μία διάψευσις. Και ποία είναι, κ. Πρόεδρε, η έννοια της συκοφαντικής δυσφημήσεως και διά του Τύπου ακόμη, όταν ένα άτομον συκοφαντείται και γίνεται δημοσιότης όλων των εναντίον αυτού στοιχείων, αλλ’ όμως δεν του δίδεται το δικαίωμα ν’ αντικρούη τους συκοφάντας του, τους κατηγόρους του;
Υπάρχει όμως και άλλη πλευρά. Ότι το κείμενον της ιδικής μου απολογίας δεν πρόκειται να δημοσιευθή εις τον Τύπον.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Προφητείες κάνεις;
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Όχι, κ. Πρόεδρε, διότι εις όσας τουλάχιστον εγώ εφημερίδας είδον ουδέν ανεφέρθη σχετικώς με την επίκλησιν αυτού του εγγράφου, αλλά ούτε και ερωτήσεις αι οποίαι υπεβλήθησαν προς τους διαφόρους μάρτυρας τόσον υπ’ εμού όσον και υπό του κ. συνηγόρου… Αυτά νομίζω, κ. Πρόεδρε, αποδεικνύουν που έτεινε και τι σκοπούς ήθελε να εξυπηρετήσει η προανάκρισις…
…Υπάρχει εκτός των πλαστών στοιχείων της προανακρίσεως και μία πλαστογραφία των γεγονότων. Υπάρχει το γεγονός της αναμείξεως εις την όλην υπόθεσιν πολιτικών προσώπων όχι μόνον Ελλήνων, αλλά και ξένων. Κατεβλήθη προσπάθεια ν’ αναμιχθή εις την υπόθεσιν ο υπουργός Εσωτερικών της Κύπρου κ. Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, τον οποίον, και βάσει της απολογίας τού εκ των συγκατηγορουμένων μου Κλωνιζάκη, συνήντησα εν Αθήναις αλλά και βάσει των όσων ανέφερεν ο Λεκανίδης, ο κ. Γεωρκάτζης ήτο αντικαταστάτης μου προ της συλλήψεώς μου. Πρώτη φορά στρατιώτης επιστράτευσε υπουργόν Εθνικής Αμύνης…
Κύριοι Στρατοδίκαι, δεν υπάρχουν όμως μόνον αυτά… Υπάρχει και το πραγματικόν γεγονός της υπάρξεως ακόμη 14 συγκατηγορουμένων μου, εκ των οποίων υπάρχουν 4 ή 5 ουδεμίαν σχέσιν έχοντες με την υπόθεσιν.
Όσον αφορά την προσπάθειαν, η οποία καταβάλλεται, να αναμιχθούν πολιτικά πρόσωπα μη έχοντα ουδεμίαν σχέσιν ως οι Παπανδρέου, Μπριλλάκης, Νικολαΐδης και άλλοι, ετονίσαμεν και είναι εις όλους γνωστόν, ότι δεν υπάρχει ανάμειξις ουδενός πολιτικού προσώπου εις την οργάνωσιν. Ποίοι είναι οι σκοποί και οι στόχοι της οργανώσεως, ποία είναι η ιδεολογία των ανθρώπων που συμμετέχουν εις αυτήν και ποία είναι η θέσις αυτής έναντι του υφισταμένου πολιτικού καθεστώτος θα το είπω την στιγμήν κατά την οποίαν θα χρειασθή…
Υπάρχει όμως και ένα «ιδεολογικόν πιστεύω», ότι δεν προέβημεν εις τας πράξεις εις τας οποίας προέβημεν από ξένας εντολάς, «πιστεύω» το οποίον δεν επικαλούμεθα ως ελαφρυντικόν, αλλά «πιστεύω» το οποίον καταρρίπτει εκείνο το οποίον είπεν ο κ. Β. Επίτροπος, ότι δηλαδή εκινήθημεν και εξετελέσαμεν τας πράξεις αυτάς κατόπιν εντολών ξένων. Πιστεύομεν εις τον άνθρωπον, πιστεύομεν εις τον ελεύθερον διάλογον, πιστεύομεν εις την κριτικήν, εις την δημοκρατίαν, όχι υπό την μορφήν ενός στείρου κοινοβουλευτισμού αλλά ενός δυναμικού παράγοντος, ο οποίος εγγυάται την εξέλιξιν των ελευθέρων διαλόγων και της πλειοψηφίας, η οποία εγγυάται την διαδοχήν.
Πιστεύομεν ότι οι πάντες δύνανται να σφάλλουν και πολύ περισσότερον εις την πολιτικήν, η οποία είναι και μία επιστήμη της γνώσεως των πολιτικών πραγμάτων. Δεν είναι μόνον η διάθεσις που ημπορεί να σπρώξη κάποιον εις το να αναμιχθή εις την πολιτικήν. Δύναται οιοσδήποτε να προβλέψη την φαυλότητα και τας αδυναμίας αι οποίαι υπάρχουν εις μίαν κατάστασιν, καθώς και τα τρωτά αυτής.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σε ακούομεν τόσην ώραν μετά προσοχής. Δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριον αυταί αι θεωρίαι.
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Ομιλώ προς την κατάρριψιν της κατηγορίας, η οποία μας απαγγέλλεται διά παράβασιν του Νόμου 509 και ενόμισα ότι αρχόμενος εξ αυτού του σημείου θα δυνηθώ να καταρρίψω την κατηγορίαν…
Και πάλιν επικαλούμαι την επίσημον κυβερνητικήν ανακοίνωσιν καθ’ ην καθημερινώς έπινα καφέ με τον Α. Παπανδρέου.
(Εις το σημείον αυτό αναγιγνώσκει την σχετικήν περικοπήν της κυβερνητικής ανακοινώσεως.)
Και ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι επώνυμος και η οργάνωσις εις την οποίαν μετέχω είναι επώνυμος. Και η οργάνωσις αυτή είναι η «Ελληνική Αντίστασις». Και τούτο έγινε διά να μην υπάρχουν πολιτικά κόμματα εις αυτήν και ούτε δημοκρατική, ούτε άλλη αντίστασις.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Υπό τίνος εδόθη το όνομα αυτό;
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Η οργάνωσίς μας ωνομάσθη «Ελληνική Αντίστασις» υπό των ατόμων τα οποία ανέλαβαν την πρωτοβουλίαν της ιδρύσεως, της δημιουργίας της οργανώσεως αυτής.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Εκ των κατηγορουμένων;
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Όχι. Τα άτομα αυτά δεν είναι μεταξύ των κατηγορουμένων. Έχω και εγώ την ευθύνην της βαπτίσεως της οργανώσεως και δεν το αρνούμαι. Ετόνισα αυτά διά να μη ζητηθή, όπως εζητήθη εις υποβληθείσας κυρίως από τον κ. Β. Επίτροπον ερωτήσεις, να εκφέρουν γνώμην περί της συμφωνίας Μπριλλάκη – Παπανδρέου ή κρίσεις επ’ αυτών.
Καμμίαν εκ των ευθυνών που έχω αρνούμαι να αναλάβω και προκειμένου να μείνω συνεπής, δεν θα επιτρέψω καθόσον εξαρτάται από εμέ και μόνον να κατασκευασθή μία σκευωρία διά κομιδήν πολιτικών οφελών υπό της οιασδήποτε καταστάσεως. Δεν με ενδιαφέρει κατά πόσον εξετέθη ο Γεωρκάτζης ή ο Α. Παπανδρέου — πολύ περισσότερον ο Γεωρκάτζης, διότι υπό ποίας συνθήκας εκρύπτετο εις την Κύπρον το γνωρίζω και κατά πόσον αυτό το άτομον ανεμίχθη και εάν εκ των συνεργατών του εις Κύπρον ο Σιδερίδης υπηρετεί εις την ΚΥΠ Κύπρου.
Είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εις τας επισκέψεις του εις τας Αθήνας, κατά τας πληροφορίας τας οποίας έχομεν, έχει συζητήσει και ρυθμίσει ωρισμένα θέματα μετά της ΚΥΠ εν Ελλάδι. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος θα περάση ή από το γραφείον του Πρωθυπουργού όταν έλθη εις τας Αθήνας ή του Διευθυντού της ΚΥΠ Χατζηπέτρου. Κατά συνέπειαν η αποδοχή υπό του Γεωρκάτζη αναμείξεως του ονόματός του και η εσπευσμένη απόφασις να παραιτηθή ως υπουργός, διά λόγους που δεν ηξεύρω, δεν έχει σημασίαν άλλην ειμή μόνον να εμπλακή εις την παρούσαν υπόθεσιν, δηλαδή να απομακρυνθούν πρόσωπα από την Κυπριακήν Κυβέρνησιν τα οποία δεν αρέσουν εις την παρούσαν κατάστασιν.
Διαφωνούντες προς την παρούσαν κατάστασιν, τονίζω ότι ευρισκόμεθα εις την παρανομίαν από της πρώτης στιγμής που εξεδηλώθη το κίνημα, όπου εκείνην την στιγμήν υπηρέτουν εις τον στρατόν. Θα ήθελα ν’ αναφέρω τα κίνητρα που με ωδήγησαν εις την πράξιν της λιποταξίας: Υπηρέτουν εις Μονάδα όπου πολλοί των παρισταμένων θα γνωρίζουν ότι ευρισκόμην εις απομεμακρυσμένην περιοχήν, εις την 133 Μοίραν Πεδινού Πυροβολικού, κατά τας εποχάς που υπήρχαν συνεχείς επιφυλακαί. Εγνώριζα τας συνθήκας στρατοπεδεύσεως των Μονάδων και το φρόνημα των Μονάδων, ιδίως κατά την εποχήν των Χριστουγέννων 1966, ότε είχον δημιουργηθή διαταραχαί των σχέσεων με την Τουρκίαν, και παρ’ όλα αυτά δεν απομακρύνθην από την Μονάδα μου την στιγμήν εκείνην. Υπηρέτησα την Πατρίδα μου ως Έλλην. Φαντάζομαι να γνωρίζητε ότι η λιποταξία μου δεν εγένετο από κίνητρον ταπεινόν, αλλά ήτο μία επιθυμία μου να είμαι συνεπής προς την ιδεολογικήν πίστιν μου, ένας συναισθηματισμός που μου απηγόρευε να στρέψω τα όπλα κατά των αδελφών μου, των φίλων μου, αυτών που τόσα χρόνια είμαστε μαζί ως συμφοιτηταί ή φίλοι, των μελών της αυτής κομματικής οργανώσεως.
Ηγωνιζόμην δι’ ωρισμένα ιδανικά, διότι και εδώ προσεπάθουν οι μάρτυρες ακόμη να δώσουν μίαν ψευδή εικόνα των οργανώσεων, όπως της Δημοκρατικής Νεολαίας. Δεν υπήρξεν η ΕΔΗΝ ούτε κλιμάκιον του οιουδήποτε πολιτικού αρχηγού ή μίας ομάδος, αλλά ήτο μία οργάνωσις διά τους νέους, διά να τους συγκρατήση, να τους χαλιναγωγήση. Διότι όταν υπάρχη έστω και η ελαχίστη δυνατότης ειρηνικής διεξόδου εις την επίλυσιν των πολιτικών διαφορών, τότε είναι απαράδεκτος η βία, αλλά ταυτοχρόνως πιστεύομεν ότι η βία είναι προτιμωτέρα πολλές φορές από άλλην λύσιν, όπως διεκήρυττεν ο Γκάντι και ο Ιησούς Χριστός.
Δεν αποδέχομαι την βίαν ως μέσον, ούτε την πολιτικήν δολοφονίαν, αλλά εις την προκειμένην περίπτωσιν διά ν’ αλλάξη μία κατάστασις, η οποία μας επεβλήθη διά της βίας, μόνον διά της βίας ημπορεί ν’ αλλάξη. Κατά συνέπειαν η πράξις της λιποταξίας μου ήτο η συναίσθησις η οποία με κατείχεν ότι έπρεπε να γίνω ή λιποτάκτης ή προδότης. Επροτίμησα την λιποταξίαν. Αυτή είναι η θέσις μου και υπό την έννοιαν αυτήν την πρώτην ημέραν είπον ότι εμμένω εις την λιποταξίαν παρά να προχωρήσω εις την προδοσίαν. Όταν μία κατάστασις εδραιώνεται ανερχομένη διά της βίας εις την αρχήν, όταν σ’ έναν και πλέον χρόνον κάθε προσπάθεια διαμαρτυρίας, κάθε προσπάθεια απομακρύνσεως αυτής της καταστάσεως, όταν αποδεικνύεται ότι είναι περιττή, διά της βίας επιδιώκεται η ανατροπή της.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αφήσατε τας πολλάς θεωρίας.
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Ήθελα να τονίσω τα εξής: Ότι θα ανατραπή η κατάστασις. Δεν έχει σημασίαν ότι ημείς απετύχαμεν. Άλλοι έρχονται μετά από μας. Θα ανατραπεί η κατάσταση διά της βίας. Άλλη οδός δεν υπάρχει. Ο αγών χρειάζεται προσπαθείας.
Επομένως αύται αι βόμβαι ετοποθετήθησαν υπό μορφήν προειδοποιήσεως διά ν’ αντιληφθούν πώς αντιδρά ο λαός. Εις την πρώτην απόπειραν ήτο απροετοίμαστος ο λαός διά να αντιδράση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι σκοπόν είχον αι βόμβαι;
Α. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: Δεν θα αναφέρω τον σκοπόν, διά να μη νομισθή ότι ζητώ ελαφρυντικά. Με την έννοιαν που σας ανέφερα ετοποθετήθησαν αι βόμβαι.
Δεν έχω άλλο θέμα επί του οποίου να απολογηθώ, ειμή μόνον εάν αι βόμβαι, αι οποίαι ετοποθετήθησαν εις διάφορα σημεία, ετοποθετήθησαν χωρίς να ληφθή πρόνοια διά την μη ύπαρξιν θυμάτων. Επ’ αυτών θα αναφερθώ.
Ετόνισα ότι ένα θύμα δημιουργεί συμμάχους εις την χούντα και δεν μας συμφέρει να υπάρχη ουδέ εις νεκρός. Αλλά πέραν αυτού είναι και θέμα ανθρωπισμού το οποίον μου επέβαλε να προσέξω και μόνον αυτό θα ημπορούσα να επικαλεσθώ εάν ήθελα ελαφρυντικά. Αλλά είναι και θέμα τακτικής, διότι το κάθε θύμα έχει και μία οικογένεια, η οποία θα βλασφημά εναντίον εκείνων οι οποίοι κάνουν αντίστασιν. Θέλω ακόμη να τονίσω ότι ουδεμίαν ανάμειξιν έχουν πολιτικά πρόσωπα του εξωτερικού και ότι ο αγών αυτός δεν γίνεται εις το εξωτερικόν αλλά εις την Ελλάδα. Διότι η εδώ κατάστασις δεν θα ανατραπή εκ του εξωτερικού, αλλά εκ της Ελλάδος. Ημείς θα ημπορούσαμε να παραμείνωμεν εις το εξωτερικόν διάγοντες εν ανέσει ή και με στερήσεις, χωρίς να διατρέχωμεν ουδένα
Ο κ. Επίτροπος ηρώτησε μάρτυρας εάν ωδηγήθην εις την πράξιν αυτήν από φιλοχρηματίαν ή από άλλα ταπεινά ελατήρια. Αυτό είναι δυνατόν να το κρίνουν οι πάντες. Διότι αυτή την στιγμήν, και δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν περί αυτού, γνωρίζω ποίαι είναι αι ποινές αι προβλεπόμεναι υπό του νόμου και γνωρίζω και πιστεύω ότι αυταί αι ποινές αι προβλεπόμεναι υπό του νόμου θα επιβληθούν, αλλά δεν υποχωρώ.
Διότι, κ.κ. δικασταί, γνωρίζω ότι το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μιας τυραννίας, και αυτήν την θέσιν αποδέχομαι.»
Ο λόγος στον βασιλικό επίτροπο. Ένας Ιωάννης Λιαππής εριστικός. Χαιρέκακος. Προσβλητικός. Τυφλωμένος από το μίσος. Κομπορρημονών για τις «αποκαλύψεις». Ρηχός στα νομικά. Χωρίς ίχνος ευελιξίας. Τσιμέντο η ψυχή του. Κλαυσίγελος.
ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ: «Η σπασμωδική απολογία του εκ των κατηγορουμένων Παναγούλη, έντιμοι κύριοι Στρατοδίκαι, αποτελούσα απόδειξιν της ομολογίας από τινά εκ των αμεσωτέρων ηθικών αυτουργών αυτής της καταπληκτικής συνωμοσίας, ουδέν αφαιρεί από την εκτυφλωτικήν εκείνην λάμψιν του κυρίου μέρους της αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία βεβαίως ενεδυναμώθη από την πλευράν από την οποίαν περιορίζεται κάπως η δύναμις της αποκαλύψεως, από την πλευράν των κατηγορουμένων, εις σημείον ώστε και οι άλλοι και οι ενδεχομένως εθελοτυφλούντες ή εν πλάνη τελούντες, συνεπεία μίας προπαγάνδας, αήθους προπαγάνδας, ασκουμένης εις βάρος των συμφερόντων, των γνησίων συμφερόντων του ελληνικού λαού, αλλά και του έθνους ολοκλήρου, ουδόλως — επαναλαμβάνω — περιορίζει την λάμψιν, κύριοι Στρατοδίκαι, εις σημείον ώστε να μην πεισθήτε και υμείς και πας έτερος, ότι πράγματι μία ελεεινής μορφής συνωμοσία, τεραστία εις μέγεθος και εις πολύ βάθος, εξυφάνθη κατά των συμφερόντων, επαναλαμβάνω, του ελληνικού λαού, εξ ευτελών κινήτρων και από τας ταπεινοτέρας φιλοδοξίας και τας ταπεινοτέρας ανθρωπίνας αδυναμίας. Ποίοι είναι αυτοί οι οποίοι έκαμαν την απαρχήν αυτής της συνωμοσίας; Ποίοι συνέλαβαν το πρώτον την ιδέαν και ποίοι την εξετέλεσαν απεδείχθη κατά τρόπον πανηγυρικόν εις την αίθουσαν αυτήν, ώστε πράγματι, εις μίαν τοιαύτης βαρύτητος πράξιν, κατά την οποίαν ημπορούσε να αισθάνεται πάντοτε η κατηγορούσα αρχή ότι ημπορεί να περιορίζεται η δυνατότης της αποκαλύψεως από της πλευράς των κατηγορουμένων, οι όροι έχουν τελείως αναστραφή. Και αισθάνομαι πλέον ότι τόσον πολύ κατέστη ήκιστα αναγκαίως ο ρόλος μου, ώστε περιήλθεν εκ των πραγμάτων εις δευτέραν μοίραν.
Η τιμή του έργου αυτής της αποκαλύψεως ανήκει εν μεν τη προδικασία εις τον ακάματον εκείνον αξιωματικόν — εννοώ τον ταγματάρχην ο οποίος έσχε το βάρος της αποκαλύψεως της συνωμοσίας εις πρώτον βαθμόν — και εις τους αξίους συνεργάτες του, οι οποίοι ουδέν παρέλειψαν προς τούτο. Και δεν παρέλειψαν να βυθοσκοπήσουν την υπόθεσην και να ανεύρουν την αλήθειαν, εις σημείον ώστε εν τη παρούσα διαδικασία απολύτως να επαληθευθή ότι εντίμως και ενόρκως εξετέλεσαν το καθήκον των.
Και δεν τους προσήκει η ύβρις, η οποία εξεστομήθη από της πλευράς των κατηγορουμένων, ειδικώς από τον έναν των κατηγορουμένων, ο οποίος ενόμισεν ότι εις τον ιερόν αυτόν χώρον ημπορεί να καθυβρίζη τους πάντας διά να αποδείξη ούτω και εις ποίον κόσμον ανήκει. Ανήκει πράγματι εις κόσμον τοποθετημένον εις το υπόβαθρον της ελληνικής κοινωνίας και απέδειξεν ότι πράγματι πρόκειται περί ενός υποκειμένου της αισχίστης μορφής.
Αλλά το ζήτημα είναι ότι δυστυχώς και έτεροι, τον ηγέτην παριστάνοντας ή δημόσια δυστυχώς αξιώματα κατέχοντες, ημπορούν να συνεργάζονται με εν τοιούτον υποκείμενον και να συναντώνται εις το κέντρον των Αθηνών δίκην αγοραίων, κατεξευτελίζοντες εν δημόσιον μέγιστον λειτούργημα, όπως είναι το λειτούργημα του υπουργού οιασδήποτε χώρας.
Είναι συνηθισμένος να καθυβρίζη θεσμούς ο Παναγούλης, διότι εις αυτόν τον κόσμον ανήκει, αυτήν την συνείδησιν έχει και δεν εδίστασε να κομίση και εις την αίθουσαν αυτήν αυτάς του τας συνηθείας. Τι όμως συνέβη; Δεν ηναγκάσθη να αρνηθή ο Παναγούλης ότι πράγματι δυσφημεί εκ προθέσεως, παρ’ όλον ότι είχε την ευχέρειαν όχι μόνο να αμυνθή αλλά και να μη συκοφαντή τους θεσμούς. Διότι όταν η συκοφαντία αποδεικνύεται αφ’ εαυτής, αντιληφθήτε περί ποίου ανθρώπου πρόκειται.
Είναι τόσον ενεργώς η έχθρα του κατά του Δικαίου ώστε πρέπει να τύχη ιδιαιτέρας προσοχής το καταπληκτικόν τούτον φαινόμενον. Ως τοιούτον πρέπει να αποδεχθήτε τον Παναγούλην. Και ομολογώ ότι από χθες διησθάνθην ότι έπρεπε να αντιμετωπίσω τον Παναγούλην ως έναν εκ πεποιθήσεως εγκληματίαν. Και έρχεται εδώ και μας λέγει ότι φεύγει από μίαν δημοκρατικήν συνείδησιν και κάμει αυτό το οποίον κάμει.
Ποία είναι τα γενικά γνωρίσματα, κ. δικασταί, της κρινομένης υποθέσεως; Τα γενικά γνωρίσματα είναι ότι κατευθύνεται ευθέως εις την αιματοχυσίαν, εις την φοβερωτέραν ανθρωποκτονίαν. Κατευθύνεται και εναντίον ενός συγκεκριμένου προσώπου αλλά και κατά των άλλων που τον συνώδευον. Διότι δεν ηγνόει ο Παναγούλης ότι το αυτοκίνητον του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως ωδηγείτο από οδηγόν. Το εγνώριζε, διότι την προηγουμένην επισκόπησε το μέρος εκείνο και είδεν ότι υπήρχεν οδηγός. Και ου μόνον αυτό, αλλά επεκτείνει την εγκληματικήν του δράσιν διά να αποδείξη την πραγματικήν του μορφήν. Και έρχεται και τοποθετεί αυτός και η ακολουθία του τας βόμβας εις μέρη όπου ήτο γνωστόν το πόσον πλήθος διαβατών επερνούσε. Και ήτο γνωστόν ότι αι βόμβαι αυταί έχουν μεγάλην δύναμιν και είναι δυνατόν να προκαλέσουν ανθρωποκτονίας. Δεν απέχει λοιπόν των ενεργειών αυτών. Θέλει να πλήξη και το κέντρον και τας παρυφές της πόλεως.
Κύριοι Στρατοδίκαι, πριν εκταθώ εις τας λεπτομερείας της υποθέσεως θα ήθελα να απομονώσω ωρισμένα εκ των εγκλημάτων και συγκεκριμένως εκείνα τα οποία δεν θα βαστάσουν πολύν χρόνον.
Αναφέρομαι ειδικώτερον εις την λιποταξίαν του Παναγούλη και εις τα πλημμελήματα της παραβάσεως της διαταγής του Αρχηγού του ΓΕΣ. Και εν πρώτοις θα επιχειρήσω μίαν ανατομίαν της ψυχοσυνθέσεως του Παναγούλη, η οποία θα μας βοηθήση περαιτέρω. Διδάσκει ο μέγας Χανσμπίλ του Πανεπιστημίου της Βόννης ότι διά δύο κοινωνικών δεσμεύσεων καθίσταται το άτομον φιλόνομος πολίτης. Η πρώτη δέσμευσις είναι το επάγγελμα. Πρέπει να αποκτήση επάγγελμα ώστε να συνδεθή με την οικογένειάν του…
(Ο κατηγορούμενος Παναγούλης γελά.)
Και η δευτέρα είναι να αποκτήση οικογένειαν. Διατί; Εξηγεί ο καθηγητής ότι διά της αποκτήσεως επαγγέλματος — εννοεί το επάγγελμα το προστατευόμενον από τον νόμον — θα αποκτήση τα προς το ζην, ώστε να μην έχη ανάγκην πονηρώς να σκέπτεται, ώστε να αφαιρέση τας ξένας περιουσίας. Να έχη την ευχέρειαν να δημιουργήση κάτι. Και να οδηγείται ούτω προς την ευθείαν.
Ας ανατάμωμεν λοιπόν την μορφήν του Παναγούλη διά να ίδωμεν τι θα εύρωμεν εις το μέρος αυτό. Βλέπομεν ότι ο άνθρωπος ούτος, ο οποίος δεν στερείται αντιλήψεως, δεν στερείται ζωτικών δυνάμεων, θα ημπορούσε να προχωρήση κάπως αφού έδωσεν εξετάσεις επιτυχώς και εισήλθε — πού, κύριοι Δικασταί; — εκεί όπου είναι δυσκολώτατον να εισέλθη κανείς. Εισέρχεται εις το Πολυτεχνείον. Ας παρακολουθήσωμεν λοιπόν την δημιουργικήν του δράσιν.
Το πρώτον έτος προβιβάζεται και εισέρχεται εις το δεύτερον. Δεν είναι σε θέσιν όμως να δημιουργήση. Τον βλέπετε ότι αυτός ο ίδιος ανακόπτει τον δημιουργικόν του δρόμον. Και ο Κλωνιζάκης είναι μαζί του, αλλά αυτός τελειώνει. Αυτός παραμένει, διά να καταντήση ένα τρομερόν παράσιτον της κοινωνίας. Έχει ο Παναγούλης και αντίληψιν και ζωτικότητα. Δεν έχει όμως δημιουργικότητα. Και παρουσιάζει μίαν ατελή στάσιν, μίαν ελλιπή στάσιν, στάσιν ελλείψεως προσαρμογής προς την κοινωνίαν. Στρατεύεται και πηγαίνει να υπηρετήση εις τον ελληνικόν στρατόν. Οι πάντες έχομεν διδαχθή ότι επεζήσαμεν από όσας επιδρομάς αντιμετωπίσαμεν, από την Ασίαν σχεδόν τας περισσοτέρας φοράς, χάρις εις αυτάς τας δυνάμεις, τας στρατιωτικάς που είχαμεν. Τι πράττει όμως ο Παναγούλης; Αντί να προτιμήση να γίνη ο ακοίμητος φρουρός του Έθνους, εγκαταλείπει τας τάξεις του στρατού. Είναι γνωστόν πόσον ιερά εθεωρήθη πάντοτε η πράξις αυτή, η υπηρεσία εις τον στρατόν, και είναι γνωστόν πόσον εθεώρησε πάντοτε ο Έλλην στρατιώτης ιερά τα αντικείμενα εκείνα τα οποία του εχορήγησεν η πατρίς διά να αμύνεται. “Δεν θα καταισχύνω όπλα τα ιερά". Και οι πάντες σέβονται τον όρκον, ο οποίος είναι χαραγμένος μέσα εις την συνείδησιν του απλού ανθρώπου, και ουδείς, ουδέ βοσκός, ουδέ εκ των βοσκών της Ελλάδος εγκατέλειψε τον στρατόν. Επροτίμησαν να πέσουν εκεί. Εκείνοι των οποίων την μνήμην 0 μην προσέβαλεν θανασίμως Παναγούλης.
Και πότε όλα αυτά; Διότι “ηρνούμην να στρέψω τα όπλα κατά των συναδέλφων μου" είπεν. Ποίος σου εζήτησε να στρέψεις τα όπλα κατά των συναδέλφων σου; Η Επανάστασις ανάστασις είχεν επικρατήσει και είχε δημιουργήσει κρατούν δίκαιον. Τα περί πεποιθήσεων κ.λπ. είναι τουλάχιστον αφελή, εάν όχι έλλειψις πραγματικού επιχειρήματος αντικρούσεως της κατηγορίας. Και ενώ από της μίας πλευράς ετιμήθησαν πάντοτε οι Έλληνες στρατιώται, από την άλλην πλευράν εθεωρήθη πάντοτε ο λιποτάκτης ως πρόσωπον συνοδευόμενον από την εθνικήν καταισχύνην. Άνθρωπος διά τον οποίον δεν υπάρχη χώρος εδώ.
Και εγκαταλείπει την Ελλάδα. Και αναζητεί καταφύγιον αλλού, διότι βλέπει ότι δεν υπάρχει χώρος εντός της Ελλάδος. Τι όμως συνέβη; Προτιμά, κύριοι Στρατοδίκαι, ο Παναγούλης την καταισχύνην, διατί ευρίσκει ο ίδιος ότι του ανήκει τόσον πολύ, του ταιριάζει, και έρχεται εις Αθήνας, ως κοινός τυχοδιώκτης περιπλανώμενος με την Ε. Ζωγανά διά να επισκεφθή ό,τι επεσκέφθη. Αλλά βλέπομεν ότι και ο τυχοδιωκτισμός δεν τον συγκρατεί ούτε εδώ. Έχει μεγάλην δύναμιν αρνητικών ιδιοτήτων μέσα του, αι οποίαι των ωθούν έτι περαιτέρω εις μεγαλυτέρας περιπέτειας, όχι βεβαίως διά το συμφέρον της Ελλάδος. Διότι τούτο θα απετέλει δεινήν προσβολήν.
Μένουν λοιπόν αι πράξεις της αποπείρας ανθρωποκτονίας, της συνεργίας εις αυτήν των κατηγορουμένων Λεκανίδη, Ζαμπέλη και Κλωνιζάκη και της παραβιάσεως του Α.Ν. 509. Φθάνομεν λοιπόν εις τας 13 Αυγούστου. Ευρισκόμεθα ήδη εις την 7ην πρωινήν. Τότε όλοι οι άνθρωποι της δημιουργίας σπεύδουν να επιτελέσουν το έργον της ημέρας. Πρώτος στο καθήκον έχων τας ευθύνας της διακυβερνήσεως της χώρας σπεύδει και αυτός ως απλούς εργάτης, ο μεγαλύτερος αχθοφόρος της εποχής, ο έχων την εντύπωσιν ότι ουδέν εμπόδιον είναι δυνατόν να υπάρχη εν μέσω της οδού. Και τι συμβαίνει; Μια τρομερά δύναμις καταστροφής. Ένας άνθρωπος ευρισκόμενος εις τον αντίθετον κόσμον εκείνου εις τον οποίον αυτός ο εργάτης ανήκει σπεύδει εξ ενέδρας να αφαιρέση την ζωήν αυτού και της ακολουθίας του. Να αφαιρέση την ζωήν δι' έργων των οποίων η εκτέλεσις απήτησε όλην την δολιότητα των συνεργών του και των επικεφαλής της οργανώσεως ευρισκομένων ηθικών αυτουργών.
Όταν, όμως, φθάνη το αυτοκίνητον εις το κρίσιμον εκείνον σημείον, κατά συγκυρίαν της τύχης ευτυχή, μόλις διέρχεται, ακούεται μία τρομερά έκρηξις, έκρηξις η οποία, εάν δεν ήτο τόσον δειλός ο Παναγούλης ώστε να προσπαθήσει να προστατεύση το σαρκίον του και να αναζητήσει τόπον προστασίας εις τα πρανή αλλά έμενε επί των υψωμάτων, ήτο αδύνατον να υπάρξη περίπτωσις διασώσεως. Δεν είναι, όμως, γενναίος. Πώς είναι δυνατόν να είναι γενναίος ένας όταν έχη τόσον ευτελή κίνητρα; Ο Έλλην ουδέποτε εγκατέλειψε τον αγώνα, αγωνιζόμενος δι' έναν ηθικόν σκοπόν. Εδώ όμως οι σκοποί είναι ευτελείς. Οι σκοποί είναι τα χρήματα των ξένων δυνάμεων, των παραγόντων, είτε κόμματα είναι, είτε άτομα, είτε οργανώσεις, των παραγόντων οι οποίοι εφρόντισαν να θέσουν άφθονα μέσα εις την διάθεσίν του, παραγόντων οι οποίοι δεν εδίστασαν να εξαπατήσουν και να θέσουν αυτόχρημα την χείραν εις τα βαλλάντια των οιωνδήποτε διεθνών οργανώσεων προς τον σκοπόν να προσβάλουν την φιλοτιμίαν του ελληνικού λαού και να του στερήσουν την γαλήνην της οποίας απολαμβάνει.
Ιδού διατί θα πρέπει βαρείαν να αισθάνονται την συνείδησιν όλοι αυτοί οι κύριοι, οι εν Κύπρω ευρισκόμενοι, οι οποίοι κατά τοιούτον τρόπον εγκληματικήν ύψωσαν χείραν κατά του φιλοτίμου ελληνικού λαού, ο οποίος συνετέλεσε διά των θυσιών του, ώστε να απολαμβάνουν εκείνοι της ελευθερίας και να μην κύπτουν υπό τον ζυγόν εκείνων, ο οποίος τους ηπείλει. Και εύχομαι να ισχύση δι' αυτό εκείνο το οποίον είπεν ο Όσκαρ Ουάιλντ: Η κακή μοίρα βαρύνει πάντοτε τας καλάς αποφάσεις.
Ας αναμνησθώσι αυτής ακριβώς της ρήσεως διά να παύσουν προκαλούντες και προσβάλλοντες την τιμήν και την γενναιοφροσύνην του λαού αυτής της χώρας από την οποίαν τόσα εδιδάχθησαν. Η δειλία, λοιπόν, επαναλαμβάνω, του Παναγούλη απεδείχθη στερρώς διά την ζωήν του Προέδρου της Κυβερνήσεως, των ανυπόπτων μελών της συνοδείας αυτού, αλλά και διά το αληθές συμφέρον του πράγματι δυναμένου να αξίζη καλυτέρας τύχης ελληνικού λαού. Ούτω, λοιπόν, η Θεία Δίκη απέτρεψε τον αντικειμενικόν σκοπό, αλλά και προ παντός συνετέλεσεν ώστε πράγματι αι εγκληματικαί χείρες του εκτελεστού αυτής της πράξεως να ευρίσκωνται μετ' ου πολύ από της ενεργείας του υπό τα μέσα εκείνα εις τα οποία και μόνον είχαν θέσιν αυταί αι χείρες, εις τας χειροπέδας. Παρεπονέθη ο κατηγορούμενος ότι του είχαν θέσει χειροπέδας. Είναι τουλάχιστον αφελής εις το σημείον αυτό.
Ούτω λοιπόν βλέπομεν ένα φαινόμενον πράγματι ιστορικόν, κ.κ. έντιμοι Στρατοδίκαι, το οποίον προέκυψεν ακριβώς υπό αυτήν την διαδικασίαν. Εκείνον καθ' ου απηυθύνθη ο τρόμος και του οποίου η ζωή αμέσως διεκινδύνευσε, βλέπομεν να περιφρονή τον τρόμον και τον κίνδυνον ενσαρκώνων εν παντί ό,τι ιερώτερον έχει η ελληνική ψυχή, την περιφρόνησιν προς τον τρόμον και τον κίνδυνον, και να βαδίζη ως στρατιώτης εις τον τόπον της πράξεως αψηφών και εκείνο το οποίον είπε, μίαν δευτέραν έκρηξιν. Διότι είχε φροντίσει ο Παναγούλης τοποθετήση εκρηκτικάς ποσότητας όχι μόνον εις ένα μέρος, αλλά και εις δεύτερον. Αντιλαμβάνεσθε τι τον ανέμενεν. Ήτο δυνατόν να φονευθή από την δευτέραν έκρηξιν. Και εν τούτοις αψηφά και τον κίνδυνον διότι η ελληνική ψυχή είναι συνδεδεμένη με την περιφρόνηση του κινδύνου.
Και από το άλλο μέρος τι βλέπομεν; Βλέπομεν έναν κατεξευτελίσαντα το όνομα του Έλληνος μεταβληθέντα εις ένα ταπεινόν ερπετόν να έρπει, κύριοι, κατά τρόπον ανεκδιήγητον, να χαθή κάπου υπό την γην να διαφύγη. Πότε Έλλην μαχητής διέπραξεν αυτού του είδους την αυτοταπείνωσιν διά να σώση το σαρκίον του όταν αγωνίζεται τουλάχιστον διά ιδεώδη, ως ισχυρίζεται ο Παναγούλης;
Αυτά είναι, κύριοι, τα ιδεώδη του Παναγούλη. Απέτυχεν ο μαχητής εις το έργον του. Ιδού, λοιπόν, περί ποίας προσωπικότητας πρόκειται. Ιδού, λοιπόν, μίαν εξήγησιν την οποίαν έχετε υμείς από άμεσον πηγήν χωρίς να έχετε ανάγκην των μαρτύρων, αυτήν ταύτην την στάσιν του ιδίου του κατηγορουμένου διά να εξαγάγητε από αυτήν ακριβώς εάν υπήρχον ηθικοί σκοποί εις την εγκληματικήν αυτήν ενέργειαν. Αλλά πότε το έγκλημα συνεδυάσθη με ηθικούς σκοπούς;
Περί του ότι ο Παναγούλης ήτο λαλίστατος ποίαν άλλην απόδειξιν θέλετε από το να έλθουν επί σκηνής άπαντες οι συνεργάται; Ελέχθη εδώ και από την διαδικασίαν προέκυψεν αναμφιβόλως ότι ουδείς εκ των συνεργατών του έχει απασχολήσει την αστυνομίαν εκτός του Βερυβάκη. Δεν φθάνει, λοιπόν, η ανακριτική αρχή μέχρις εκεί. Διότι ο Βερυβάκης είχεν υποστή μίαν τυχαίαν καταδίκην και καθ' όλα τα ενδόσημα δεν θα έπρεπε να είναι διατεθειμένος εις περαιτέρω δράσιν, αλλά να παραμείνη ήσυχος. Βλέπετε, όμως, ότι εντός ολίγου άπαντες συλλαμβάνονται. Υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παναγούλης κατεπρόδωσε τους συνενόχους του;
Δεν νομίζω ότι δύναται τις να αναζητήση τον αποκλεισμόν αυτού του ενδεχομένου εις στοιχεία. Κατεπρόδωσεν άπαντας, από Κλωνιζάκην μέχρι και τον τελευταίον. Ώστε ο Παναγούλης εις το σημείον αυτό και την αλήθειαν μυκτηρίζει, αλλά και συκοφαντεί τους ανακρίνοντας. Και μόνον η ανάγνωσις της απολογίας του, η φυσική παράστασις των γεγονότων, όλων εκείνων τα οποία καταθέτει απολογούμενος, ηλέχ θησαν υπό του ανακριτού και απεδείχθησαν αληθή μέχρι κεραίας, όλα αυτά τον γελοιοποιούν, εις τοιούτον σημείον, του αφαιρούν οιονδήποτε περιθώριον περί αληθείας των δήθεν ισχυρισμών του, ώστε δεν νομίζω ότι δύναται να επιμείνη κανείς στο ερώτημα μήπως είναι τι εξ αυτών αληθές. Όχι, κύριοι. Δεν είναι τίποτε αληθές...»
Έκτη ημέρα της δίκης, 10 Νοεμβρίου του 1968. Ο βασιλικός επίτροπος συνέχισε την αγόρευση- λίβελο.
«... Βλέπομεν όμως ότι εις την περίπτωσιν, καθ' ην διακινδυνεύει το ύψιστον των προστατευτέων αγαθών, η ανθρώπινη ζωή, βλέπετε ότι απουσιάζει ο παθών Πρόεδρος, βλέπετε να βαδίζη και να αποστρέφη τα βλέμματά του και να φεύγη. Έχετε καμμίαν κατάθεσιν ενώπιόν σας; Ουδεμίαν. Ούτε ήτο δυνατόν να έχετε. Το περιστατικόν αυτό είναι μία ανεξικακία μοναδική εις το είδος της. Είναι μία μακροθυμία. Αυτά τα πράγματα μόνος εις τα ευαγγελικά κείμενα εάν αναζητήση κανείς δύναται να τα εύρη. Βλέπει κανείς την διαφοράν εκείνου του ανθρώπου, του ζητήσαντος καταφύγιον υπό την γην! Και του άλλου, ο οποίος παρέχει αυτό το παράδειγμα της υπεροχής...».
Κατακεραύνωσε τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη:
«Εφοδιάζει ο Γεωρκάτζης διά της πρεσβείας της Κύπρου την εγκλημα τικήν αυτήν οργάνωσιν με χρήματα και όπλα. Αλλά έρχεται και η ημέρα κατά την οποίαν η Θεία Δίκη δεν επιτρέπει πλέον καμμίαν επιείκειαν. Έρχεται και αποκαλύπτεται ο Γεωρκάτζης. Και απετυπώθησαν εις το πόρισμα όλαι αι οικτραί συνθήκαι και όλαι αι παρανομίαι τας οποίας έκαμεν ο Γεωρκάτζης.
Εγνώριζεν αναμφιβόλως ότι αυτό το υλικόν κατηυθύνετο εις πράξεις βίας, εις αιματοχυσίας, εις καταστροφήν εις τον κέντρον της πρωτευούσης. Και όταν είναι τοιούτος ιθύνων νους, ο Γεωρκάτζης, είναι δυνατόν ποτέ να δεχθή τις ότι ηγνόει ότι ο πρώτος στόχος των ενεργειών τας οποίας υπεστήριζε θα ήτο ο Πρόεδρος της Εθνικής Κυβερνήσεως; Νομίζω ότι δεν ήτο δυνατόν να αγνοή τούτο.
Περί του ότι εγκληματική ήτο η ανάμειξις του ανθρώπου αυτού έχομεν αποδείξεις συνταρακτικάς. Διότι την επομένην ακριβώς του πορίσματος βλέπομεν ότι ο Γεωρκάτζης ωμίλησεν εμπράκτως και διά λόγων περί της ενοχής του εις το έργον αυτό. Και εμπράκτως μεν διά του γεγονότος ότι εγκατέλειψε τον υψηλόν θώκον τον οποίον κατείχε διά να λάβη την θέσιν που του ανήκει μεταξύ των εγκληματιών εκείνων οι οποίοι περιφέρονται εις τας συνοικίας των Αθηνών, καθ' ον τρόπον αυτός περιεφέρθη διά να συναντήση πρόσωπα εις μίαν γωνίαν, ασήμου, ή εν πάση περιπτώσει δευτερευούσης φύσεως συνοικίας των Αθηνών, εις τον Προφήτη Ηλίαν.
Διά λόγων δε ωμίλησεν ωσαύτως, διότι θα ήτο πράγματι αφελές από τον οιονδήποτε να αναμένη ότι ο πρώην υπουργός της Κύπρου, ο παίξας και πάση περιπτώσει έναν ρόλον εις τας ομάδας, αι οποίαι εκινούντο κατά των Άγγλων την εποχήν εκείνη, θα ήτο αφελές, επαναλαμβάνω, να αναμένη ότι θα προσεκάλει πρακτικογράφους ή τρίτα πρόσωπα να παρίστανται κατά τον χρόνον των συνομιλιών του με τον Παναγούλην. Λέγει λοιπόν, ούτε λίγον ούτε πολύ, ότι επειδή λείπουν οι τρίτοι άνθρωποι, από τους οποίους εγώ περιμένω να αποκαλυφθώ ως συνωμότης, άρα δεν είμαι ένοχος. Όχι, κύριε, αδικείτε πολύ την αντίληψίν σας όταν περιμένετε πρακτικογράφους ακριβώς εις συνθήκας συνωμοσίας».
Ο Λιαππής συνεχίζοντας επετέθη στον Λευτέρη Βερυβάκη: «Περαιτέρω έρχομαι εις το φαινόμενον εκείνο του Βερυβάκη. Είναι ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτον και είναι αδύνατον να σας διαφεύγει ένα συνταρακτικόν γεγονός, το φαινόμενον το οποίον παρουσίασεν ο κατηγορούμενος αυτός. Δυστυχώς επλανήθη και την δευτέραν φοράν ο Βερυβάκης, ώστε να ισχύση δι' αυτόν η αρχαία ρήσις. Αλλά το θέμα είναι πώς θα αντιμετωπισθή αυτός. Ο Βερυβάκης πρέπει να αντι- μετωπισθή κατά μέτωπον. Πρόκειται περί επικινδύνου προσωπικότητος, την οποίαν, εάν το δικαστήριόν σας δεν αντιμετωπίση, ως πρέπει κατά μέτωπον να αντιμετωπίση, και εγώ λέγω, ομιλών εν ονόματι του συμφέροντος της Πολιτείας και εν επιγνώσει των ευθυνών μου, τότε από αυτάς, του ανθρώπου αυτού, ο οποίος ενώ καταπατεί τον νόμον, πλέον αναμφισβητήτως πρέπει να αναμένωμεν πράξεις απαισιωτέρας πρέπει να υποστή τας συνεπείας των πράξεων τας οποίας ηθέλησε τοιούτων αντικοινωνικών στοιχείων. Πρέπει να λάβητε σαφή θέσιν επ' αναλάβη. Δεν υπάρχει, δεν πρέπει να υπάρξη περίπτωσις επιβιώσεως αυτού, υμείς οι οποίοι θα έχετε την τελευταίαν λέξιν. Εις την κατηγορίαν αυτήν εντάσσω τον Βερυβάκην».
Άκρα σιγή στην αίθουσα όταν άρχισε να προτείνει τις ποινές:
«Προτείνω διά τον Παναγούλην να ετοιμάσητε το ένδυμα, διότι ως του ανήκει, θανατικήν ποινήν διά την πράξιν της λιποταξίας, θανατικήν διότι ως αρχηγός του σχεδίου δεν εδίστασεν εν δημοσίω τόπω να προβή εις τας προκλητικάς αυτάς πράξεις. Περαιτέρω έχομεν την πράξιν της αποπείρας ανθρωποκτονίας. Προτείνω, λοιπόν, την ποινήν της ισοβίου καθείρξεως διά το έγκλημα της αποπείρας ανθρωποκτονίας. Απομένει η παράβασις της διαταγής του Α)ΓΕΣ. Δι' αυτήν προτείνω την ποινήν της φυλακίσεως των 5 ετών».
Και ο βασιλικός επίτροπος συνέχισε προτείνοντας την ποινή του θανάτου για τον Λ. Βερυβάκη και πολυετείς φυλακίσεις για τους άλλους κατηγορούμενους.

Οι λογοκριμένες εφημερίδες διαλαλούν την ποινή του θανάτου.
Στιγμιότυπα του δικαστικού συντάκτη της Βραδυνής:
«Δραματική η προχθεσινή συνεδρίασις του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών καθ' ην ο Βασιλικός Επίτροπος, Εισαγγελεύς κ. Ιω. Λιαππής, επρότεινεν να καταδικασθούν εις θάνατον δις ο Αλ. Παναγούλης και άπαξ ο δικηγόρος Ελ. Βερυβάκης. Εις ισόβιον κάθειρξιν ο πολιτικός μηχανικός Κλωνιζάκης και ο Λεκανίδης. Οι λοιποί 10 εις ποινάς καθείρξεως ως και φυλακίσεως, από 2 ετών και άνω. Την απαλλαγήν λόγω αμφιβολιών του Τιμογιαννάκη και την αθώωσιν του Αναστασόπουλου.
Την στιγμήν που ο κ. Βασιλικός Επίτροπος επρότεινε την επιβολήν των προαναγραφεισών ποινών, εις την κατάμεστον αίθουσαν του Στρατοδικείου επεκράτει νεκρική ησυχία. Δεν ηκούετο παρά μόνον η σταθερά και έντονη φωνή του αγορεύοντος κ. Λιαππή, ενώ από τα χείλη του εκρέμοντο κυριολεκτικά οι 15 κατηγορούμενοι. Όλοι τους αναστατωμένοι και κατέρυθροι από συγκίνησιν, εξαιρέσει του Παναγούλη που διετήρησε την ιδίαν κυνικήν απάθειαν με την οποίαν παρηκολούθησε την ακροαματική διαδικασίαν.
Την αταραξίαν του όμως αυτήν απώλεσεν ο Παναγούλης ως ήκουσεν την λέξιν “θάνατος”. Τότε το χαλκοπράσινον πρόσωπόν του άλλαξε χρώμα. Εκείνος όμως που συνεκλονίσθη ήτο ο δικηγόρος Βερυβάκης.
Δεν ανέμενεν ότι θα εζητείτο δι' αυτόν από την κατηγορούσαν Αρχήν η επιβολή της εσχάτης των ποινών.
“Πρόκειται περί επικινδύνου προσωπικότητος - ετόνισεν ο κ. Λιαππής- την οποίαν εάν το Δικαστήριόν σας δεν αντιμετωπίση κατά μέτωπον, ως πρέπει, τότε δέον να αναμείνωμεν παρ' αυτού απαισιωτέρας πράξεις.”
Και συνεχίζων ανεφέρθη εις την απίστευτον αχαριστίαν του κατηγορουμένου τούτου. Που αντί να οφείλη χάριτας εις την Εθνικήν Κυβέρνησιν διά την αμνήστευσιν προγενεστέρας του καταδίκης δι' ανατρεπτικήν του, επίσης, δράσιν, ούτος επανήλθε εις την παρανομίαν.
Επιβολήν 5ετούς φυλακίσεως ως “απλού συστασιώτου" επρότεινε ο κ. Επίτροπος διά τον Βαλασέλην. Εισηγήθη όμως την αναστολήν της, το μεν “διότι υπήρξεν απολύτως ειλικρινής", το δε διότι “πρόκειται περί εντίμου προσώπου”.
Την εξαίρετον όμως προσωπικότητα του εν λόγω κατηγορουμένου είχομεν και ημείς επισημάνει εις προγενέστερον στιγμιότυπον μας, οπότε τον εχαρακτηρίσαμεν ως άνθρωπον, με κοινωνικήν θέσιν και έντιμον.
Νευρώδης, ερειδομένη επί ακλονήτων αποδεικτικών βάσεων, επιστημονική και εν πολλοίς επιγραμματική η εξάωρος αγόρευσις του Βασιλικού Επιτρόπου κ. Ιω. Λιαππή. Έπεισε, συνεκίνησε και ηκούσθη με έκδηλον προσοχήν από όλους τους παράγοντας της δίκης.
Άψογος, επίσης, καθ' όλην την γραμμήν και η διεύθυνσις της διαδικασίας. Οφείλονται έπαινοι εις τον προεδρεύοντα ταύτης, Εφέτης κ. Βουγάν. Επέτυχε παρά το αντικείμενον της δίκης να την κρατήση εις αξιοζήλευτον κλίμα, χωρίς οξύτητας, διαξιφισμούς και επεισόδια.
Αγορεύουν ήδη εις το Στρατοδικείον Αθηνών οι τελευταίοι των συνηγόρων. Εντός ολίγου θα απαγγελθή η μετά τόσου ενδιαφέροντος αναμενόμενη υπό της κοινής γνώμης απόφασις. Εις το σημείον όμως αυτό είμεθα υποχρεωμένοι να εξάρωμεν την άψογον στάσιν των κ.κ. συνηγόρων. Βαρύς ο κλήρος που τους έλαχεν. Να υποστηρίξουν μίαν βδελυράν υπόθεσιν. Εκινήθησαν όμως κατά τρόπον άψογον, που ετίμησεν τόσον αυτούς όσον και το ιερόν λειτούργημα εις το οποίο διακονούν. Και αντί να επιχειρήσουν, ως ατυχώς συνέβαινεν άλλοτε ετέρους συναδέλφους των, να καταρρίψουν τους ογκολίθους του αποδεικτικού υλικού με σοφιστείας και απρεπή επεισόδια, είχον ως στόχον των τούτο: Να συγκινήσουν την ψυχήν των κ.κ. Στρατοδικών, γενναίων παιδιών του λαού αλλά και συγχρόνως ευαισθήτων...»
Από τις σημειώσεις του Ντενίς Λανγκλουά μαθαίνουμε «...Ο Παναγούλης σηκώθηκε και πήρε τον λόγο για να καταγγείλει μία επέμβαση του δικαστικού ανακριτή, του ταγματάρχη Θεοφιλογιαννάκου:
"Όταν το πρωί ήρθε να με δει στη φυλακή για να μου πει τι κατάθεση θα έπρεπε να κάνω στο τέλος της δίκης, με απείλησε λέγοντας ότι μετά τη δίκη η ανάκριση θα ξανάρχιζε και αυτή τη φορά θα χρησιμοποιούσαν χειρότερες μεθόδους.
Ο πρόεδρος απάντησε πως το θέμα αυτό δεν αφορά το δικαστήριο και έδωσε τον λόγο στον πρώτο συνήγορο.
Πώς να μιλήσει κανείς για υπεράσπιση κάτω από τέτοιες συνθήκες;
Οι δικηγόροι μπόρεσαν να δουν τα έγγραφα μόλις μία ή δύο μέρες πριν τη δίκη. Δεν τους επετράπη να επισκεφτούν τους πελάτες τους στη φυλακή και η σχέση τους περιορίζεται σε λίγες φράσεις που ανταλλάσσονται όταν διακόπτεται η συνεδρίαση ή σε κάποια ση μειώματα που μεταβιβάζονται από χέρι σε χέρι διά των αστυνομικών που δεν παραλείπουν να τα διαβάζουν ή να τα δίνουν στον πρόεδρο.
Ο ένας μετά τον άλλον, οι δικηγόροι κλήθηκαν από την Αστυνομία που τους συμβούλεψε να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους, αν δεν ήθελαν να έχουν προβλήματα μετά τη δίκη. Αναφέρθηκαν επιπόλαια στο πολιτικό πρόβλημα για να παρουσιάσουν μια αποκλειστικά νομική υπεράσπιση. Έτσι, έγιναν θύματα της εξουσίας. Αυτό είναι το αιώνιο πρόβλημα πολιτικής άμυνας, κάθε φορά που δικάζεται κανείς για τις προσωπικές του αντιλήψεις. Χειρότερα ακόμα, όταν πρόκειται για δικτατορικό καθεστώς.
Για τους κατηγορουμένους υποψήφιους του περίφημου νόμου 509 κατά των κομμουνιστών, οι δικηγόροι τους προσπάθησαν νομικά να αποδείξουν πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Πράγματι, ο νόμος απαιτεί δύο όρους: ο πρώτος είναι ο σκοπός ανατροπής του νομίμου καθεστώτος και του υπάρχοντος πολιτεύματος. Ο δεύτερος είναι η χρήση βίας. Δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως μια βομβιστική απόπειρα δεν είναι βίαιη πράξη, αλλά η πρόθεση ανατροπής των υπάρχοντων κοινωνικών θεσμών δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα, όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν πως σκόπευαν απλώς να ανατρέψουν τη χούντα για να αποκατασταθεί η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία που υπήρχε στο παρελθόν.
Οι κατηγορούμενοι απλώς εφάρμοσαν το άρθρο 114 του συντάγματος του 1952, το οποίο οι συνταγματάρχες παραβίασαν.
Όμως δεν επρόκειτο να προχωρήσουν οι δικηγόροι πέρα απ' αυτό το σημείο, ακόμα και από απολύτως νομικής πλευράς. Το δικαστήριο σίγουρα θα ανέστειλε κάθε τέτοια προσπάθεια, ανακαλώντας τους δικηγόρους στην τάξη. Όταν οι συνήγοροι σηκώνονταν για να πάρουν τον λόγο, αγρίευε το ύφος των δικαστών και φανερά καταλάβαινε κανείς πως θα προτιμούσαν η δίκη αυτή να ήταν αποκλειστικά στρατιωτική υπόθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η υπεράσπιση είναι χάσιμο χρόνου. Ο Λιαππής έδειχνε βαριεστημένος και συχνά αεριζόταν με τα φύλλα του φακέλου του.
Το απόγευμα ο Παναγούλης έκανε νέα δήλωση. Ακόμα μια φορά επισήμανε ότι η κατάθεσή του, που λένε πως έκανε στις 15 Αυγούστου, είναι φτιαγμένη από τους ίδιους τους δικαστές. Είπε στο δικαστήριο πως όλα αλλοιώθηκαν κατά την προανάκριση της Αστυνομίας, όπου του επισήμαναν ότι θα αντιμετώπιζε μια δίκη όχι από τη Θέμιδα που κρατά τη ζυγαριά και το σπαθί, αλλά από τη Θέμιδα τυφλή, κρατώντας μόνο το σπαθί,
Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι την απειλή αυτή την αγνόησε παντελώς. Με ένα νόημα του προέδρου ο Παναγούλης οδηγήθηκε βίαια στη θέση του.
Ο τελευταίος που πήρε τον λόγο ήταν ο Καραμφυλίδης. Επέμενε στο γεγονός ότι ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της απόπειρας από τον Παναγούλη δεν ήταν κοινά εγκλήματα τιμωρητέα με την εσχάτη των ποινών, αλλά εγκλήματα πολιτικά.
Πριν λήξει η συνεδρίαση, σηκώθηκε και πάλι ο Παναγούλης για να φωνάξει: “Μην κάνετε το τραγικό λάθος και καταδικάσετε αθώους. Οι σύντροφοί μου δεν είναι άμεσα αναμεμειγμένοι στην υπόθεση αυτή. Για τον εαυτό μου δεν ζητώ καμία επιείκεια. Καταδικάστε με σε θάνατο, αλλά ο αγώνας κατά της δικτατορίας θα δικαιωθεί”...»
Ο λόγος στον συνήγορο Λέανδρο Καραμφυλίδη. Νομική επιχειρηματολογία. Προσπάθησε να εκθέσει τους κατήγορους επικαλούμενος τα ίδια τους τα λόγια. Κάθε άλλο παρά εριστικός. Ενώ ο πελάτης του «χτύπησε το χέρι στο μαχαίρι», εκείνος «έσφαξε με το βαμβάκι». Ο ένας μίλησε με την ψυχή, ο άλλος με το μυαλό. Ενώ ο κατηγορούμενος προκαλούσε στους δικαστές οργή, ο δικηγόρος τους προκαλούσε εκνευρισμό. Δεν εφείσθη φιλοφρονήσεων προς το Δικαστήριο, προκειμένου να αναπτύξει επαγωγικά τα νομικά επιχειρήματά του. Καθαρεύουσα «Γεωργιο- Παπανδρεϊκή». Ευγενικός. Χειμαρρώδης. Ευφραδής.
Έγραψε στο βιβλίο του:
«... Στην πρόσκληση που μας έκανε ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου ανταποκριθήκαμε με αγόρευση πέντε (5) περίπου ωρών, επιστρατεύοντας με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση τις πνευματικές και ψυχικές μας δυνάμεις, όσο μας επέτρεπαν τόσο οι δυνάμεις μας, όσο και οι συνθήκες που αντιμετωπίζαμε, επικαλούμενοι νομικά και πραγματικά γεγονότα, έγγραφα, συγγραφείς και βιβλία, μεταξύ των οποίων και αυτό τούτο το “Πιστεύω μας” του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, σε όσα σημεία οι διακηρύξεις του μπορούσαν, για να δείχνουν μία συνέπεια με τις πράξεις του καθεστώτος του, να βοηθήσουν στον σεβασμό όχι μόνον ανθρωπιστικών αρχών, αλλά και νομικών επιταγών, επιταγών που ήταν σύμφωνες και με το δικό τους δίκαιο, το λεγόμενο "Δίκαιο της Επαναστάσεως”, που δημιούργησε την “Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών”»
Η αγόρευση του Λέανδρου Καραμφυλίδη δεν δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες, εν αντιθέσει με τη δευτερολογία του βασιλικού επιτρόπου, ο οποίος τον κατηγόρησε πως προκαλεί φρίκην το ότι ευθυγραμμίσθηκε με τον πελάτη του, μιλώντας περί πολιτικού εγκλήματος που δεν ετιμωρείτο με θάνατο.
Όταν ο πρόεδρος ρώτησε τον Αλέκο Παναγούλη τι θέλει εκείνος να δηλώσει, με βροντώδη φωνή είπε: «Δεν έχω τίποτε άλλο να προσθέσω, κύριε Πρόεδρε, ειμή μόνον ότι δεν προβάλλω κανένα ελαφρυντικόν και παρακαλώ, όπως αι εξοντωτικαί ποιναί, όσον αφορά το πρόσωπόν μου, τας οποίας επρότεινεν ο κύριος Βασιλικός Επίτροπος, μου επιβληθούν, διά να δικαιώσουν και ηθικώς την θέσιν μου απέναντι της μορφής καταστάσεως που κυβερνά σήμερον την Ελλάδα».
Ώρα 3.30 μ.μ. Ο πρόεδρος διέκοψε για την επομένη.
Έβδομη ημέρα της δίκης, 12 Νοεμβρίου του 1968.
Ώρα 4 μ.μ. Οι κατηγορούμενοι προσήχθησαν κατηφείς. Οι δικαστές προσήλθαν, όπως πάντα, μεγαλοπρεπώς. Δύο όμως στρατοδίκες απουσίαζαν, λόγω ασθενείας... Ύστερα από πρόταση του προέδρου το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση για πέντε ημέρες. Ήταν Τρίτη. Θα συνέχιζαν την Κυριακή. Τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Η ασθένεια ήταν πραγματική, ή ήταν τέχνασμα για να κερδίσει η χούντα χρόνο, να ξανασκεφθεί αν θα ζητούσε από το –διατεταγμένο, κατ' ουσίαν δικαστήριο την ποινή του θανάτου;
Έγινε γνωστό ότι η λεγόμενη «Επαναστατική Επιτροπή» διχάσθηκε. Οι σκληροί, όπως ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης και ο Ιωάννης Λαδάς, απαιτούσαν παραδειγματικές εκτελέσεις. Οι θεωρούμενοι διαλλακτικοί -λόγω τακτικής– συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδό πουλος και ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός ήθελαν να αποφύγουν τις εκτελέσεις, αφού ήδη υψηλοί παράγοντες της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης είχαν ξεσηκωθεί υπέρ του Παναγούλη ζητώντας από τον Παπαδόπουλο επιείκεια.
Τελευταία ημέρα της δίκης, 17 Νοεμβρίου του 1968.
Κυριακή. Ώρα 4 μ.μ. Αγωνία. Και τρόμος. Ο Ντενίς Λανγκλουά σημείωσε:
«... Οι Έλληνες παρακολουθούσαν τα νέα στα ξένα ραδιόφωνα. Όλοι νιώθουν την οργή που δεν μπορούν να εκφράσουν. Η δίκη συνεχίστηκε το απόγευμα. Οι δύο δήθεν άρρωστοι δικαστές έπαιζαν τους αναστατωμένους, κρύβοντας τα κόκκινα μάγουλά τους. Ο Παναγούλης σηκώθηκε άλλη μια φορά για να πει ότι η κατηγορία βασίστηκε σε μια κατάθεση που δεν έκανε ποτέ, ούτε και υπέγραψε. Αντίθετα, μια άλλη κατάθεση, όπου δήλωνε ότι ήταν ο μόνος υπεύθυνος της απόπειρας, εξαφανίστηκε...»
Ο πρόεδρος, σύμφωνα με τον στρατιωτικό κώδικα, ρώτησε τον Αλέκο Παναγούλη αν έχει «να προσθέσει τι υπέρ αυτού». Ο Λέανδρος Καραμφυλίδης είχε ετοιμάσει από πριν δήλωση με υπογραφή του Παναγούλη, την οποία διάβασε ο τελευταίος στο δικαστήριο, καταγγέλλοντας για άλλη μια φορά ότι βασανίστηκε.
Οι στρατοδίκες αποσύρθηκαν σε διάσκεψη. Η αγωνία κορυφώθηκε. Ο συνήγορος του Παναγούλη δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ο πελάτης του θα αρνηθεί να υπογράψει αίτηση χάριτος. Βλέμματα απόγνωσης από τους κατηγορουμένους. Οι αστυνομικοί, εκνευρισμένοι ή αδιάφοροι. Ο Αλέκος Παναγούλης κάτωχρος από τα βασανιστήρια. Κανένας συγγενής του δεν μπόρεσε να βρίσκεται στην αίθουσα. Μόνο η ξαδέλφη του, Τασία Μελά. Οι συγγενείς των άλλων κατηγορουμένων ήλπιζαν. Οι ώρες περνούσαν. Στις 8 το βράδυ οι δικαστές πήραν θέσεις. Παγωμάρα όταν ο πρόεδρος απήγγειλε τις ποινές. Η Βραδυνή έγραψε:
«Νεκρική ησυχία επεκράτει όταν ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατο- δικείου Αθηνών απήγγειλεν με σταθεράν και ήρεμον φωνήν την απόφασιν. Οι κατηγορούμενοι την εδέχθησαν, άνευ αντιδράσεων, εκτός του Παναγούλη, ο οποίος όταν ήκουσε ότι κατεδικάσθη εις θάνατον, έγινε κατακόκκινος, χωρίς όμως να πη λέξι. Αντιθέτως οι συγγενείς των τεσσάρων αθωωθέντων καθώς και εκείνων, που η ποινή τους ανεστάλη, έκαναν νοήματα στους δικούς τους.
«Ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκηρύχθη ένοχος όλων των αποδοθεισών εις αυτόν κατηγοριών. Ήτοι της παραβάσεως του Α.Ν. 509, θεωρηθείς αρχηγός της εξυφανθείσης συνωμοσίας, συντρεχουσών βαρειών περιπτώσεων. Της λιποταξίας καθ' ην ώραν η χώρα ετέλει εις κατάστασιν πολιορκίας. Της αποπείρας ανθρωποκτονίας και της παρανόμου οπλοφορίας. Διά την πρώτην πράξιν του επεβλήθη η ποινή του θανάτου. Διά την δευτέραν η αυτή ως άνω ποινή. Διά την τρίτην πρόσκαιρος κάθειρξις 15 ετών και διά την τέταρτη φυλάκισης 3 ετών. Εν συνόλω και κατά συγχώνευσιν ούτος κατεδικάσθη:
Δις εις θάνατον, εις πρόσκαιρον κάθειρξιν 18 ετών, στέρησιν των πολιτικών του δικαιωμάτων επί 15ετίαν και καθαίρεσιν. Εδημεύθησαν, επίσης, τα εις χείρας του κατασχεθέντα περίστροφα κ.λπ. πλην των εις δολλάρια και δραχμάς χρημάτων, των οποίων διετάχθη η απόδοσις εις την μητέραν του Αθηνάν, συζ. Βασ. Παναγούλη».
Και συνεχίζει η Βραδυνή με τις ποινές των άλλων κατηγορουμένων:
«Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΡΥΒΑΚΗΣ εκηρύχθη ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509. Ούτος εθεωρήθη αρχηγός με βαρείας περιπτώσεις και κατεδικάσθη εις ισόβιον κάθειρξιν και 10ετή στέρησιν των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΛΩΝΙΖΑΚΗΣ ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509 ως οδηγός, με τα αυτά επιβαρυντικά, της αποπείρας ανθρωποκτονίας και της απειθείας, με το ελαφρυντικόν της ειλικρινούς μεταμελείας. Του επεβλήθη κατά συγχώνευσιν πρόσκαιρος κάθειρξις 24 ετών και 8ετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ ένοχος ως ο ανωτέρω συγκατηγορούμενος του και του επεβλήθη κατά συγχώνευσιν πρόσκαιρος κάθειρξις 23 ετών και 5ετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΑΜΠΕΛΗΣ ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509, ως οδηγός, συμμετοχής εις την απόπειραν δολοφονίας και απειθείας. Κατά συγχώνευσιν και επίστασιν, του απηγγέλθη πρόσκαιρος κάθειρξις 18 ετών και τετραετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509 ως απλούς συστασιώτης και του επεβλήθη πρόσκαιρος κάθειρξις 18 ετών και 5ετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΡΑΜΗΣ ένοχος του Α.Ν. 509 ως απλούς συστασιώτης και απειθείας και του απηγγέλθη πρόσκαιρος κάθειρξις 16 ετών και 4ετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΓΙΩΤΑΣ ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509 ως απλούς συστασιώτης και απειθείας και του επεβλήθη πρόσκαιρος κάθειρξης 18 ετών και 4ετής στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Ο ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΚΛΩΝΙΖΑΚΗΣ ένοχος παραβάσεως του Α.Ν. 509 ως απλούς συστασιώτης εις 4ετήν φυλάκισιν με 3ετή αναστολήν.
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΛΑΣΕΛΗΣ ένοχος ως ο ανωτέρω εις φυλάκισιν 2μισι ετών και στέρησις των πολιτικών του δικαιωμάτων επί διετίαν.
Και ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΡΙΝΤΕΖΗΣ ομοίως ως ο Βαλασέλης εις φυλάκισιν ενός έτους με τριετήν αναστολήν.
Το Έκτακτον Στρατοδικείον ηθώωσεν τους Δημ. Τιμογιαννάκην, Αντ. Σιγάλαν, Βασ. Αναστασόπουλον, Μιχ. Παπούλαν. Εδέχθη όμως ότι δεν συντρέχει περίπτωσις αποζημιώσεώς των διά την προφυλάκισιν των.
Κατά της αποφάσεως του Εκτάκτου Στρατοδικείου δεν χωρεί άσκησις ουδενός ενδίκου μέσου, θεωρουμένης ταύτης από της απαγγελίας της ως οριστικής, τελεσιδίκου, και αμετακλήτου.
Επίσης, ως είναι γνωστόν, κατά τους κειμένους νόμους δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθή γενικώς μία θανατική ποινή προ της παρελεύσεως 24ώρου, ούτε μετά πάροδον 3 ημερών. Εντός της προθεσμίας αυτής δύναται να τύχη ο καταδικασθείς χάριτος ή μετριασμού της ποινής του. Ταύτην θα του χορηγήση, ασκών την ειδικήν προνομίαν του -εάν φυσικά εγκρίνη ταύτην- ο Αντιβασιλεύς. Είτε κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος ή αυτοβούλως...»
Ήταν η υπ' αριθμόν 757 απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1968, του εν Αθήναις Στρατοδικείου.
Ο Λανγκλουά σημειώνει:
«...Αμέσως μετά την ανακοίνωση της ποινής ο Παναγούλης μεταφέρθηκε στο ημιφορτηγό της Αστυνομίας, που περίμενε μπροστά στο δικαστήριο. Δημοσιογράφοι προσπάθησαν να μάθουν προς ποια κατεύθυνση θα τον πήγαιναν, αλλά, όπως συνήθως, η κυκλοφορία διακόπηκε και η Αστυνομία διέλυσε τους περίεργους που ήταν στα πεζοδρόμια».

Η Μελίνα Μερκούρη και ο Στάθης Παναγούλης, σε εκδήλωση διαμαρτυρίας έξω από την ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο.
Μόλις μαθεύτηκε στο εξωτερικό η απόφαση του δικαστηρίου για θανατική ποινή, ξεσηκώθηκε ένα κύμα συμπαράστασης, καθοδηγούμενο από τον αδελφό του, Στάθη Παναγούλη, ο οποίος είχε αλωνίσει πόλεις της Δυτικής Ευρώπης ζητώντας να αποτραπεί η εκτέλεση. Το βράδυ της Δευτέρας, μετά την κυριακάτικη ποινή θανάτου, ο Στάθης Παναγούλης και διεθνούς φήμης Ελληνίδα ηθοποιός Μελίνα Μερκούρη έκαναν 48ωρη απεργία πείνας στο Λονδίνο, ξαπλώνοντας μαζί με 20 Έλληνες έξω από τα κάγκελα της ελληνικής πρεσβείας, στην οδό Upper Brook Street. Ύψωσαν μια φωτογραφία του υπό εκτέλεση κατάδικου της χούντας και πλακάτ που έγραφε στα αγγλικά: «Σώστε Παναγούλη», «Όχι εκτελέσεις».
Στις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές πόλεις οι Έλληνες αντιφασίστες, μετανάστες και διανοούμενοι, έκαναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και επέδωσαν ψηφίσματα σε κοινοβουλευτικούς - κυβερνητικούς παράγοντες. Κατόπιν αυτών, οι εν Αθήναις πρεσβευτές της Ιταλίας, της Δανίας, της Σουηδίας, της Αυστρίας και της Γερμανίας επισκέφθηκαν το Υπουργείο Εξωτερικών και προέβησαν σε παρακλήσεις υπέρ της μη εκτέλεσης. Το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας έστειλε τηλεγράφημα προς την ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρόμενο για την ποινή. Ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, συγγραφέας Αντρέ Μαλρώ, απηύθυνε σχετική έκκληση. Το ίδιο και ο Ιταλός Πρωθυπουγός Τζιοβάνι Λεόνε, ο Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ, ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Πωλ Σαρτρ, ενώ διακριτικό διάβημα έκανε ο πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης.
Δύο όμως παρεμβάσεις προβλημάτισαν τη χούντα: Του Πάπα Παύλου του Στ ́και του Προέδρου των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον. Τον Αμερικανό Πρόεδρο πήρε στο τηλέφωνο ο Πρόεδρος της Ιταλίας Γκιουζέπε Σάραγκατ και τον παρακάλεσε να επέμβει. Στην ιταλική Βουλή ο παλαίμαχος αντιφασίστας σοσιαλιστής Σάντρο Περτίνι κάλεσε τους συναδέλφους του να απαιτήσουν τη μη εκτέλεση του Παναγούλη. Πριν τελειώσει τα λόγια του όλοι οι βουλευτές απ' όλες τις πτέρυγες σηκώθηκαν. Την ημέρα δε της απόφασης, οι Ιταλοί εργαζόμενοι τήρησαν ενός λεπτού σιγή στις επιχειρήσεις και στα μέσα μεταφοράς.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου από τη Στοκχόλμη κατήγγειλε την καταδίκη ως «ψυχρό έγκλημα εκ προμελέτης», υποσχόμενος ότι οι στρατοδίκες που συνήργησαν στον φόνο θα λογοδοτήσουν όταν ελευθερωθεί η Ελλάδα. Σαρκαστικά αδιάφορος, ο εκπρόσωπος της χούντας σχολίασε: «Πού ήταν όλες αυτές οι φωνές όταν ο δράστης απεπειράτο να αφαιρέσει την ζωήν του πρωθυπουργού;»
Στα «παραθυράκια» της νομολογίας προσέφυγε ο Λέανδρος Καραμφυλίδης. Υπέβαλε αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στην εξαδέλφη του Αλέκου Παναγούλη, την Τασία Μελά, και τον φίλο ισχυριζόμενος ότι προέκυψαν νέες μαρτυρικές αποδείξεις. Απευθύνθηκε και συνάδελφο του πατέρα του Παναγούλη, απόστρατο ταγματάρχη, Χρήστο Καγκελάρη. Δέχθηκαν πρόθυμα να υπογράψουν ενώπιον συμβολαιογράφου μια τέτοια βεβαίωση, που ίσως άνοιγε τον δρόμο μιας νέας δίκης. Πού να βρεθεί όμως συμβολαιογράφος; Ματαίως ο συνήγορος αναζήτησε εκείνη την ημέρα συμπαραστάτη σ' ένα τέτοιο νομικό εγχείρημα. Φόβος. Και κλειστές πόρτες. Δεν το έβαλε όμως κάτω. Αντί για συμβολαιογραφικές βεβαιώσεις συνέταξε «υπεύθυνες δηλώσεις», σημειώνοντας ότι οι ανωτέρω «προσφέρονται να βεβαιώσουν τούτο ενόρκως, ευθύς ως ήθελαν προς τούτο κληθούν».
Ο Λέανδρος Καραμφυλίδης συνέχισε τον αγώνα επικαλούμενος όλα τα νομικά μέσα. Πήγε στο νοσοκομείο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, όπου ετέλει υπό περιορισμό η Αθηνά Παναγούλη με τον σύζυγό της Βασίλειο και της έδωσε να υπογράψει αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής του θανάτου και αίτηση απονομής χάριτος, διότι ο Αλέκος Παναγούλης αρνήθηκε να ζητήσει χάρη. Μετά έσπευσε στον Στρατιω τικό Διοικητή Αθηνών, στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, προκειμένου να του επιτρέψει να επικοινωνήσει με τον μελλοθάνατο πελάτη του, επικαλού μενος αίτημα που θα μπορούσε να γίνει δεκτό σύμφωνα με το Σωφρονιστικό Κώδικα που είχε θεσπίσει το χουντικό) Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο στρατηγός, σύμφωνα με μαρτυρία του Καραμφυλίδη, φάνηκε να ευαισθητοποιείται, αλλά όταν κάλεσε τον βασιλικό επίτροπο Ιωάννη Λιαππή, ο τελευταίος ισχυρίστηκε στυγνά ότι ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας ναι μεν του έδινε το δικαίωμα να αναβάλει την εκτέλεση «πάσης ποινής αμετακλήτως καταγνωσθείσης υπό των εις αυτόν υπαγομένων στρατοδικείων και αυτής δ' έτι της ποινής του θανάτου», αλλά αυτή η διάταξη ίσχυε σε περίπτωση ειρήνης και δεν αναφερόταν σε περίοδο που η χώρα ευρίσκετο σε κατάσταση πολιορκίας... Για να αποσπάσει την άδεια του στρατηγού Γκιζίκη, να επισκεφθεί στη φυλακή τον μελλοθάνατο, ο ευρηματικός συνήγορος είπε πως χρειαζόταν μία «διά ζώσης» επαφή ώστε να τον πείση να υπογράψει ο ίδιος την αίτηση αναβολής της εκτέλεσής του. Ο μετριοπαθής στρατηγός κάμφθηκε. Βέβαια σκέφθηκε και πονηρά, καθώς ευελπιστούσε ότι διά της υπογραφής του ο «δράστης» της απόπειρας θα εμφανιζόταν ικέτης προς το παρ' ολίγον θύμα του.
Την άλλη μέρα, 19 Νοεμβρίου, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Καραμφυλίδη στο γραφείο του και του ανακοίνωσε ότι στις 4 το απόγευμα θα τον περίμενε στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας ο ταγματάρχης Παπαγεωργίου, να τον συνοδεύσει στο κελί του Παναγούλη. Πράγματι. Πήγε στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από τη Βασιλίσσης Σοφίας, όπου τον περίμενε ο ταγματάρχης. Τον έβαλε σ' ένα γραφείο και του έκανε σωματική έρευνα. Έψαξε τσέπες, πορτοφόλια, αλλά δεν είδε την αριστερή εσωτερική τσέπη του σακακιού, όπου είχε όχι μόνο την αίτηση αναβολής της εκτέλεσης αλλά και την αίτηση επανάληψης της δίκης.
– Δεν πιστεύω να έχετε κάποιο άλλο χαρτί πάνω σας εκτός από τη χάρη;
– Όχι.
Έκπληκτος ο Καραμφυλίδης άκουσε τον ταγματάρχη να τον επιτιμά:
– Γιατί όμως δεν μας ενημερώσατε, κύριε συνήγορε, για την αίτηση αναψηλαφήσεως που υποβάλατε στον Άρειο Πάγο;
– Δεν μου ζήτησε κανείς να σας ενημερώσω...
Συνοδεία ενός λοχαγού μπήκαν στο τζιπ και έφθασαν στο κελί του μελλοθάνατου.
Λέανδρος Καραμφυλίδης: «... Ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ντιβάνι, δεμένος με τις χειροπέδες, σκυθρωπός, με έκδηλα τα ίχνη της φοβερής δοκιμασίας, αλλά και πολύ εκνευρισμένος και οργισμένος. Πάντοτε όμως ασυμβίβαστος και ποτέ νικημένος.
Εγώ στεκόμουν όρθιος απέναντί του, στην άκρη της πόρτας, μεταξύ των δύο αξιωματικών, του ταγματάρχη αριστερά μου και του λοχαγού δεξιά μου. Το ντιβάνι που ήταν ξαπλωμένος ήταν τοποθετημένο κάθετα μπροστά μου, όπως το φέρετρο, και σε ελάχιστη απόσταση από την πόρτα του κελλιού του, πράγμα που δείχνει ή ότι το κελλί ήταν πάρα πολύ μικρό, ή ότι το ντιβάνι το έβαλαν επίτηδες κοντά στην πόρτα για να μην μπορώ να μπω μέσα και να βρεθώ πιο κοντά του. Μέσα σ' αυτό το σκηνικό έγινε η συνάντησή μου μαζί του.
Οι ώρες που θα κυλούσαν μέχρι την άλλη μέρα ήταν οι τελευταίες του ώρες. Και τα όσα μου είπε ήταν η τελευταία του θέληση.
Πρώτα μου εκδήλωσε την αγανάκτησή του και την οργή του, γιατί του πήραν τις ατομικές σημειώσεις του, που είχε χρησιμοποιήσει για την απολογία του, και αρνούνταν να του τις επιστρέψουν. Ζητούσε λοιπόν μπροστά στους αξιωματικούς να τις φωτογραφήσουν αν, για οποιονδήποτε λόγο τις ήθελαν, αλλά να του τις επιστρέψουν. Ήταν κτήμα του και δημιούργημά του και η αφαίρεσή τους ήταν κλοπή, που δεν είχε κανένα νόημα και καμμία αξία, παρά μόνο εκδίκηση αλλά και βαρβαρότητα, γιατί ασχημονούσαν σε μελλοθάνατο, στον οποίο και οι πιο άκαρδοι στέκονται προσοχή. Αυτοί όμως δεν σεβάσθηκαν ούτε τις τελευταίες του και αυτές ακόμη τις ρητές επιταγές του Σωφρονιστικού Κώδικα, για τους ώρες, ποδοπατώντας όχι μόνον στοιχειώδεις αρχές ανθρωπισμού, αλλά κατάδικους σε θάνατο.
Στη συνέχεια –λέει ο Καραμφυλίδης- αρνήθηκε να υπογράψει την αίτηση που του είπα ότι του πήγα, για να του χαρισθεί η θανατική ποινή, παρά τις φρικτές και αβάσταχτες συνθήκες κάτω από τις οποίες βρισκόταν.
Ενώ οι πανίσχυροι, χάρη στη βία, συνταγματάρχες εκλιπαρούσαν εκείνος τους ταπείνωνε ακόμη μια φορά ουσιαστικά την υπογραφή του, εκείνος ήξερε πολύ καλά ότι έδιωχνε έτσι τη με την άρνησή του, παρ' όλο που ήξερε ν' απαλλαγεί από το βέβαιη σχεδόν σωτηρία του. Ήθελε όμως ν' αβάσταχτο μαρτύριο που έφθασε στο κορύφωμά του, με τον δικό του, υπερήφανο τρόπο.
Γι' αυτό στη συνέχεια μου είπε -μπροστά πάντοτε στους δύο απευθύνονταν τα λόγια του- ότι τελευταία του θέληση ήταν έμπιστους αξιωματικούς του καθεστώτος, στους οποίους ουσιαστικά ήταν επίσης, εκτός από την επιστροφή των σημειώσεών του, να επισπευσθεί η εκτέλεσή του και να του λυθούν οι οι χειροπέδες μόνο για το ελάχιστο χρονικό διάστημα που χρειαζόταν για να γράψει τη διαθήκη του και επιστολή στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βεβαρημένος με αυτές τις φοβερές εντολές και ψυχικά συγκλονισμένος έφυγα για το γραφείο μου, προσπαθώντας να σκεφθώ τι μπορούσα να κάνω...»
(Η Δίκη του Αλ. Παναγούλη, σελ. 93-95)
Ο συνήγορος απευθύνθηκε στους ξένους ανταποκριτές που τηλεφωνούσαν στο γραφείο του ζητώντας νέα για την τύχη του πελάτη του. Τους κάλεσε στο γραφείο του και τους ενημέρωσε για τη στάση του Παναγούλη. Την άλλη μέρα οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, οι εφημερίδες και τα πρακτορεία μετέδωσαν στα πέρατα της γης την είδηση, ενώ ο συνήγορος δεχόταν στο γραφείο του από απειλητ τηλεφωνήματα. Από την άλλη πλευρά, η οργάνωση Ελληνική Αντίσταση απειλητικά διαμήνυσε ότι αν εκτελείτο ο Παναγούλης θα προέβαινε σε αντίποινα.
Την Τετάρτη 201 1 20 Νοεμβρίου του 1968 τελείωσε η προθεσμία αναστολής εκτέλεσης της θανατικής ποινής και την επομένη 21 Νοεμβρίου απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο η αίτηση αναψηλάφησης. Η δικαιολογία; Όπως έγραφε η απόφαση υπ' αριθμόν 416/21-11-68, η αίτηση κρίθηκε απαράδεκτη γιατί έπρεπε να υποβληθεί από τον καταδικασθέντα και όχι από τον συνήγορό του. του
Την ίδια μέρα εξεδόθη η διαταγή εκτέλεσης, η οποία δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο Τύπο και όριζε τις λεπτομέρειες του τυφεκισμού...
ΑΣΔΕΝ) 1ον Ε.Γ.
ΘΕΜΑ: Εκτέλεσις Αποφάσεων Δικαστηρίων – Στρατοδικείων.
1. Διά της (β) σχετικής, εις ην επισυνάπτεται αντίγραφον της υπ' αριθ.757)1968 αποφάσεως του Ε.Σ. ΑΘΗΝΩΝ, καθίσταται γνωστόν ότι ο στρατ. του 81ου Σ. Π. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ετών 30, καταδικασθείς, παμψηφεί και αμετακλήτως, δις εις θάνατων, επί παραβάσει του άρθρου 2 του Α.Ν. 509)47 και λιποταξία εις το εσωτερικόν, θα εκτελεσθή διά τυφεκισμού την 21ην Νοεμβρίου ε.ε. ημέραν ΠΕΜΠΤΗΝ και ώραν 07.15, εις τον εν ΑΙΓΙΝΗ συνήθη τόπον εκτελέσεων.
2. Η εκτέλεσις του καταδίκου θα ανατεθεί εις απόσπασμα, συγκροτού μενον μερίμνη υμών και αποτελούμενον εκ: α. Ενός Αξ/κού κατωτέρου ή Ανθ/στού.
β. Τεσσάρων (4) Λοχιών.
γ. Τεσσάρων (4) Δεκανέων
δ. Τεσσάρων (4) Στρατιωτών.
ε. Ενός (1) στρατιώτου, όστις θα καλύψη δι' οθόνης τους οφθαλμούς του καταδίκου εάν δεν υπάρξη αντίρρησις εκ μέρους τούτου, και θα τον θέση γονυπετή. στ. Ενός (1) Λοχίου διά την χαριστικήν βολήν.
3. Λοιπαί λεπτομέρειαι:
α. Κατά την εκτέλεσιν θα παρίσταται ο Υπότρος ΣΑΡΙΜΠΑΝΙΔΗΣ Παν. του 401 ΓΝΣ προς πιστοποίησιν του θανάτου. Ομοίως ο στρ. ιερεύς ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ της Σ.Σ.Ε. θα συνοδεύση τον κατάδικον μεταγόμενον εκ των φυλακών μέχρι του τόπου εκτελέσεως.
β. Άπαντες οι οπλίται θα ανήκουν εις τας παλαιοτέρας Ε.Σ.Σ.Ο.
γ. Άπαντες οι οπλίται του αποσπάσματος θα φέρουσι ατομικά τυφέκια, ο δε Αξ/κός περίστροφον.
δ. Να τηρηθή απόλυτος μυστικότης επί της αποστολής του αποσπά σματος.
ε. Μεταφορά του αποσπάσματος εις ΑΙΓΙΝΑ από της προτεραίας.
στ. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος Αξ/κός να συνεννοηθή μετά του Δ/ντού των Φυλακών ΑΙΓΙΝΗΣ και Χ.Χ. ΑΙΓΙΝΗΣ, επί του θέματος της μεταφοράς του καταδίκου εις τον τόπον εκτελέσεως και ρυθμίση μετά τούτων τας σχετικάς λεπτομερείας.
Υπ' όψιν το άρθρο 14 (παράγραφοι 114, 115) του Καν. Πόλεων και Φρουρίων.
4. Κατά την εκτέλεσιν θα παρίσταται και ο Βασιλικός Επίτροπος του Εκτάκτου Στρατοδικείου ΑΘΗΝΩΝ μετά του Γραμματέως,
Ακριβές αντίγραφον
ΚΩΝ, ΚΟΝ ΚΟΝΙΖΑΚΗΣ
Αντ/ρχης - Δ/ντής 1ου Ε.Γ.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΣΚΛΗΡΟΣ
Αντιστράτηγος - Διοικητής
Στις 20 Νοεμβρίου του 1968 τον μετέφεραν στις φυλακές Αίγινας με τορπιλάκατο του Πολεμικού Ναυτικού. Κελί χωρίς κρεβάτι. Χωρίς στρώμα. Χειροδέσμιος. Ένας αξιωματικός τού πήγε να υπογράψει αίτηση χάριτος.
– Όχι. Δεν υπογράφω, Παπαδοπουλάκι!...
Με παρακάλια συνέχισε ο αξιωματικός. Νέα άρνηση. Έφυγε, αφού τον ενημέρωσε ότι την αυγή θα τον εκτελούσαν. Οι κρατούμενοι στα διπλανά κελιά ξεκίνησαν απεργία πείνας. Οι στρατιώτες-δεσμοφύλακες μόνο που δεν άρχισαν τα κλάματα. Εκείνος τους μιλούσε για για την Ελευθερία. την Άφωνοι. Ένας υπαξιωματικός εκνευρίσθηκε απ' τα υψιπετή λόγια του:
– Βούλωσέ το, σε λίγο θα πεθάνεις και ψάχνεις για οπαδούς;
Να όμως που κάποιος άλλος του πρόσφερε ευγενικά τσιγάρο. Απόγευμα. Ήθελε να προκαλέσει. Ζήτησε από έναν αφελή νεοσύλλεκτο να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία... Μετά, τραγούδια του Θεοδωράκη. Προσπαθούσε να μη σκέπτεται τον θάνατο. Έβριζε με το παραμικρό Θεούς και Δαίμονες. Παρήγγειλε καφέ. Κοιμήθηκε βαριά. Τον ξύπνησαν. Αφόδευσε μπροστά στους φρουρούς. Ντύθηκε. Περίμενε. Αναμνήσεις. Φίλοι. Στιγμές-Αιώνες. Η ώρα πλησίαζε. Άκουσε το άγημα να εκτελεί παραγγέλματα. Ο λοχαγός του είπε πως επειδή ήταν η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου η εκτέλεση θα γινόταν την άλλη μέρα. Ξανά αναμονή. Πάλι το χαρτί για χάρη. Πάλι άρνηση. Όρμηξε πάνω στον αξιωματικό. Εκείνος τον είπε «αχάριστο» και έφυγε. Τα νεύρα του είχαν πάρει φωτιά.
Φωνάξτε, ρε, Κάτω ο Παπαδόπουλος, πρόσταζε στους νεοσύλλεκτους φρουρούς. Φωνάξτε Ζήτω, Ζήτω η Ελευθερία, ρε Παπαδοπουλάκια.
Του είπαν ότι θα τον σκότωναν στις 25 Νοεμβρίου. Το άγημα έφθασε.

Η διαταγή τυφεκισμού δημοσιεύεται στις αθηναϊκές εφημερίδες.
Ο μελλοθάνατος ακολούθησε τον αξιωματικό. Μπήκε στο τζιπ. Αλλά αντί να πάει προς τον χώρο των εκτελέσεων τράβηξε για το λιμάνι. Αναθάρρεψε. Για λίγο. Ο επικεφαλής του εξήγησε πως θα τον εκτελούσαν στην Αθήνα και ότι οι εφημερίδες έγραψαν ήδη την είδηση της εκτέλεσης. Με την τορπιλάκατο τον μετέφεραν χειροδέσμιο στον Πειραιά. Τον έσπρωξαν σ' ένα ημιφορτηγό του στρατού. Εξαντλημένος. Τον πήγαν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ. Την άλλη μέρα τον έβαλαν σε αυτοκίνητο. Διαδρομή βόρεια και εκτός Αθήνας. Πού; Στις Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου.





