12/12/2025

Η συνέντευξη του Αλέκου Παναγούλη στην Οριάνα Φαλάτσι

Συνέντευξη του Αλέκου Παναγούλη στην Οριάνα Φαλάτσι
της Κατερίνας Λυμπεροπούλου

πηγή: thetoc.gr

Ήταν Σεπτέμβριος του 1973 όταν, σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι το καθεστώς της Χούντας είναι περισσότερο φιλελεύθερο, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αποφάσισε να απονείμει γενική αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους με αποτέλεσμα ο Αλέκος Παναγούλης (που βρισκόταν υπό κράτηση με πρωτοφανή βαρβαρότητα από τον Αύγουστο του 1968 όταν οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθήνας – Σουνίου) να αφεθεί ελεύθερος.

Έβαλε μέσο για να του πάρει συνέντευξη

Η διάσημη ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι έχει μόλις επιστρέψει από τον πόλεμο του Βιετνάμ και αφού έχει δημοσιεύσει συνεντεύξεις με τον Νόμαν Μέιλερ, τη δούκισσα της Αλμπα, τον Φεντερίκο Φελίνι και την Ινγκριντ Μπέργκμαν, αναζητεί τον Παναγούλη για τον οποίο έχει ακούσει τόσα. Δεν είναι εύκολο να του πάρει συνέντευξη. Απευθύνεται στον Θανάση Πετρίδη, στο Νίκο Σηφουνάκη, στον Μίκη Νικολακάκη και στον Νίκο Ζαρμπέλη, που ήταν συγκρατούμενος του Παναγούλη και είχε αποδράσει από τις φυλακές της Αίγινας, για να τη φέρουν σε επαφή μαζί του έχει πει στο «Βήμα» άνθρωπος που τους συναναστράφηκε εκείνη την εποχή. Τελικά εξασφαλίζει τη συνέντευξη και έρχεται στην Ελλάδα γι’ αυτό.

Στη συνάντησή τους φάνηκε αμέσως η μαγική χημεία δυο εκρηκτικών προσωπικοτήτων. Εκείνη έβλεπε μπροστά της έναν ήρωα. Εκείνος μια δυναμική και ασυμβίβαστη γυναίκα. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε με τη διάσημη φράση του Παναγούλη: «Δεν επεδίωξα να σκοτώσω. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».

Από τα πρώτα πράγματα που ήθελε να τον ρωτήσει ήταν για ποιο λόγο έκανε απεργίες πείνας τα τεσσεράμιση χρόνια που ήταν φυλακισμένος: Μεταξύ άλλων της είχε πει:

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Αλέκου Παναγούλη στην Οριάνα Φαλάτσι

Οριάνα Φαλάτσι & Αλέκος Παναγούλης

«Ολες εκείνες οι απεργίες πείνας, λόγου χάρη, εξασθένησαν τον οργανισμό μου. Θα μου πεις για ποιο λόγο επέβαλες τον εαυτό σου και στις απεργίες πείνας; Γιατί στη διάρκεια των ανακρίσεων, η απεργία πείνας είναι ένα μέσο για να αντισταθείς. Τους αποδείχνεις δηλαδή ότι δεν μπορούν να στα πάρουν όλα, μιας και έχεις το θάρρος να τ’ απαρνιέσαι όλα.

Θα εξηγηθώ καλύτερα. Αν δεν δέχεσαι να φας και τους κάνεις επίθεση, αυτοί εκνευρίζονται και ο εκνευρισμός τους εμποδίζει να εφαρμόσουν συστηματικό τρόπο ανάκρισης (…) Θέλω να πω ότι με την απεργία πείνας το σώμα εξασθενίζει και αυτό δεν επιτρέπει την συνέχιση της ανάκρισης, γιατί είναι ανώφελο να ανακρίνεις και να βασανίζεις κάποιον που χάνει τις αισθήσεις του. Αυτές τις συνθήκες μπορείς να τις πετύχεις ύστερα από τρεις ή τέσσερις μέρες χωρίς τροφή και νερό. Ιδιαίτερα αν χάνεις και αίμα από τις πληγές που σου προκαλούν τα βασανιστήρια. Ετσι αναγκάζονται να σε μεταφέρουν στο νοσοκομείο και…

Μα και οι αναμνήσεις μου από το νοσοκομείο είναι οδυνηρές. Προσπαθούσανε να με θρέψουνε με έναν πλαστικό σωλήνα, από τη μύτη. Υπέφερα πολύ, έστω κι αν ένιωθα πως με όλα αυτά κέρδιζα χρόνο. Κι έπειτα..

– Κι έπειτα;

– Επειτα από το νοσοκομείο με μεταφέρανε και πάλι στην αίθουσα των βασανιστηρίων και ξανάρχιζαν να με βασανίζουν. Τότε κι εγώ έκανα και πάλι απεργία πείνας, τους προκαλούσα και πάλι, κρατούσα και πάλι στάση περιφρονητική , επιθετική. Ετσι το σύστημά τους αποτύχαινε ξανά. Κι αναγκάζονταν να με ξαναπηγαίνουν στο νοσοκομείο και να προσπαθούν να με ταϊζουνε με σωλήνα από τη μύτη. Ω, και η συμπεριφορά μερικών γιατρών ήταν αηδιαστική. Στο νοσοκομείο οι βασανιστές συνεχίζανε την ανάκριση. Αλλά με τρόπο λιγότερο συγκροτημένο, γιατί εκεί δεν είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις μεθόδους τους. Επρεπε λοιπόν να συνεχίζω αυτές τις απεργίες πείνας με κάθε θυσία. Ηταν ένα όπλο κυριολεκτικά απαραίτητο.

– Ναι για την περίοδο των ανακρίσεων το καταλαβαίνω… Μα αργότερα, Αλέκο στη φυλακή;

– Και στη φυλακή δεν υπήρχε αποτελεσματικότερος τρόπος για να εκφράσω την αηδία μου, την περιφρόνησή μου και για να τους δώσω να καταλάβουν ότι δεν είχαν τη δύναμη να με κάνουν να λυγίσω. Έστω κι αν ήμουν πια φυλακισμένος. Και με τις απεργίες πείνας είχα το συναίσθημα ότι δεν ήμουν μόνος και πίστευα ότι κάτι προσφερα και εγώ στην ελληνική υπόθεση.

(…) Πολλές από τις απεργίες πείνας που έκανα στη φυλακή τις προκαλούσε η συμπεριφορά τους απέναντί μου. Μου στερούσαν ακόμα και μια εφημερίδα, ένα βιβλίο, ένα μολύβι, ένα τσιγάρο. Και για να μου δώσουν ένα βιβλίο, ένα μολύβι, ένα τσιγάρο κατέφευγα στην άρνηση τροφής. Για μέρες ατελείωτες. Εκανα μια απεργία πείνας που κράτησε σαράντα τέσσερις μέρες, μια σαράντα, μια τριάντα επτά, δύο τριάντα δύο, μια τριαντα, πέντε ανάμεσα στις εικοσιπέντε και στις τριάντα μέρες…

Εκανα τόσες πολλές. Κι όμως δεν σταμάτησαν ποτέ τους ξυλοδαρμούς. Ποτέ. Εφαγα τόσο ξύλο σε εκείνο το κελί. Τα πλευρά που μου σπάσανε δέρνοντάς με με σιδερένιους λοστούς, μόλις τώρα αρχίζουν να συνέρχονται.

– Πότε σε χτύπησαν τελευταία φορά;

– Αν μιλάς για συστηματικό ξυλοδαρμό, στις 25 Οκτωβρίου 1972, την 35η μέρα μιας απεργίας πείνας»