Δημοσιεύση Vice 12 Αυγούστου 2018
13 Αυγούστου 1968 είναι η ημέρα που ο αντιστασιακός Αλέκος Παναγούλης αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα της Επταετίας και πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπαδόπουλο.
O Αλέκος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939, στη Γλυφάδα Αττικής. Ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων-Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, όπου αναδείχθηκε ανάμεσα στις ηγετικές μορφές του φοιτητικού κινήματος.
Μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών, με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Αλέκος Παναγούλης πέρασε στην παρανομία. Λιποτάκτησε από τον Στρατό μόλις στις 27 Μαΐου, όπου υπηρετούσε τη θητεία του στη βόρεια Ελλάδα. Το ίδιο έκανε τον ερχόμενο Αύγουστο ο αδερφός του, Γεώργιος Παναγούλης, υπολοχαγός των ΛΟΚ, ο οποίος κατέφυγε στο Ισραήλ, ωστόσο σύντομα συνελήφθη και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ελλάδα με πλοίο, χάθηκαν τα ίχνη του και από τότε δεν βρέθηκε ποτέ.
Ο Παναγούλης ήταν ο ηγέτης της αντιδικτατορικής οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση» και ο αρχηγός του ΛΑΟΣ (Λαϊκός Αντιστασιακός Οργανισμός Σαμποτάζ), ο οποίος αναδείχθηκε στο δυναμικότερο τμήμα της οργάνωσης. Αφού διέφυγε μυστικά στην Κύπρο, γύρισε στην Αθήνα, όπου θα επιχειρούσε να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, μία κίνηση που υπολόγιζε ότι θα κλόνιζε τη Χούντα και θα προκαλούσε την κατάρρευσή της.
Οι ιστορικές αναφορές θέλουν ένα ζευγαράκι που ερωτοτροπούσε στο σημείο το προηγούμενο βράδυ, να καθυστερεί την τοποθέτηση των εκρηκτικών από τον Παναγούλη.
Τα εκρηκτικά έστειλε στον Αλέκο Παναγούλη ο Πολύκαρπος Γεωργατζής, που ήταν Υπουργός της Κύπρου. Αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ κατά την αποστολή τους από τις κρατικές Αρχές, μιας που εστάλησαν από την Κύπρο στην Αθήνα με τον διπλωματικό σάκο, ο οποίος δεν περνάει από τον καθιερωμένο έλεγχο.
Ο Παναγούλης αποφασίζει να πραγματοποιήσει την απόπειρα δολοφονίας στις 13 Αυγούστου 1968, στο 31ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι, όπου ήταν η πολυτελής βίλα στην οποία διέμενε ο δικτάτορας και την οποία του είχε παραχωρήσει ο επιχειρηματίας Αριστοτέλης Ωνάσης. Το μέρος θεωρήθηκε κατάλληλο, αφού ακριβώς κάτω από εκείνο το σημείο της λεωφόρου υπήρχε μία υπόγεια σήραγγα μήκους επτά μέτρων, όπου ο Παναγούλης μπορούσε να κρύψει τα εκρηκτικά που θα σκότωναν τον Παπαδόπουλο.
Όπως κάθε μέρα, το πρωί εκείνης της 13ης Αυγούστου, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος κινείται με το αυτοκίνητό του παραλιακά, από το Λαγονήσι προς την Αθήνα. Τον συνοδεύει μια μικρή φάλαγγα αυτοκίνητων, η οποία τον προστατεύει.
Οι ιστορικές αναφορές θέλουν ένα ζευγαράκι που ερωτοτροπούσε στο σημείο το προηγούμενο βράδυ, να καθυστερεί την τοποθέτηση των εκρηκτικών από τον Παναγούλη. Ωστόσο, ο αντιστασιακός καταφέρνει να εγκαταστήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό, ο οποίος ωστόσο ενεργοποιήθηκε λίγο μετά το πέρασμα του αυτοκινήτου που μετέφερε τον Παπαδόπουλο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να γλιτώσει.

Αναπαράσταση της απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου στον τύπο της εποχής
Μετά την αποτυχία της απόπειρας, ο Παναγούλης προσπαθεί να φτάσει σε μια βάρκα, όπου τον περίμεναν συνεργάτες του. Οι κρατικές Αρχές χτενίζουν την περιοχή και τελικά μετά από δύο ώρες τον εντοπίζουν και τον συλλαμβάνουν κάτω από έναν βράχο όπου κρυβόταν.
Ο δράστης οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε σκληρά για να καταδώσει τους συνεργάτες του. Ανάμεσα στα βασανιστήρια που του έκαναν, οι βασανιστές κρέμασαν τον Παναγούλη ανάποδα, του έκαναν φάλαγγα, του τρύπησαν την ουρήθρα με βελόνα και τον ξυλοκόπησαν. Σε συνέντευξη που έδωσε στην Ιταλίδα δημοσιογράφο και μετέπειτα σύντροφό του, Oriana Fallaci, o Παναγούλης είπε ότι η ενέργειά του αυτή ήταν μία πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας: «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Στις 4 Νοεμβρίου άρχισε η δίκη του Αλέκου Παναγούλη και των άλλων συλληφθέντων μελών της οργάνωσης, η οποία κατέληξε σε ετυμηγορία στις 17 Νοεμβρίου: ο Παναγούλης καταδικάστηκε δις εις θάνατον· ο Λευτέρης Βερυβάκης, αργότερα υπουργός κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, καταδικάστηκε σε ισόβια, ο Ιωάννης Κλωνιζάκης σε 24 χρόνια κράτηση, ο Νικόλαος Λεκανίδης σε 23 χρόνια, ο Γεώργιος Ελευθεριάδης σε 18 χρόνια, ο Νικόλαος Ζαμπέλης σε 18 χρόνια, ο Γεώργιος Αβράμης σε 16 χρόνια, ο Στάθης Γιώτας σε 10 χρόνια. Άλλα τρία άτομα καταδικάστηκαν σε ποινές 1-4 ετών με αναστολή, ενώ ο Μ. Παπούλιας, ο Α. Σιγάλας και ο Δ. Τιμογιαννάκης αθωώθηκαν.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γάλλου Ντενί Λανγκλουά, εκπροσώπου της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο οποίος παρακολούθησε τη δίκη ως παρατηρητής, η δίκη ήταν, όπως θα περίμενε κανείς, φάρσα. Η δε εκτέλεση έπρεπε να πραγματοποιηθεί μέσα σε τρία 24ωρα το πολύ, εκτός αν οι δικτάτορες απένειμαν χάρη. Πλην όμως, ο Παναγούλης αρνήθηκε να υποβάλει αίτηση χάριτος, ξεσηκώθηκε παγκόσμια κατακραυγή και ασκήθηκαν διεθνείς πιέσεις για να αποτραπεί η εκτέλεση.
Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε ποτέ, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης και τις αντιδράσεις προσωπικοτήτων, όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του γενικού γραμματέα του ΟΗE, U Thant.
Η χούντα υπέκυψε και ο Παναγούλης μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας και κατόπιν στις φυλακές Μπογιατίου, χωρίς να θεωρείται πια μελλοθάνατος.
Ο Γιάννης Κλωνιζάκης, αντιστασιακός και συνεργάτης του Παναγούλη στην απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου, είπε αργότερα για την προσπάθειά τους να σκοτώσουν τον δικτάτορα: «Η απόπειρα απέτυχε από ατυχία. Μας είχαν βοηθήσει άνθρωποι της φρουράς του Παπαδόπουλου οι οποίοι ήταν Κρήτες στην καταγωγή. Αυτοί μας έδωσαν τη διαδρομή που κάνει κάθε πρωί, τι ώρα ξεκινάει, τι ώρα περνάει από τον τόπο που επιλέξαμε. Την προηγούμενη μέρα, στις 13 Αυγούστου του 1968, στις 11 το βράδυ είχανε πάει ο Αλέκος με τον Λεκανίδη στην περιοχή που είχαμε επιλέξει, για να τοποθετήσουν την μπαταρία προκειμένου να γίνει η πυροδότηση. Τα εκρηκτικά είχαν μπει δυο-τρεις μέρες πιο μπροστά. Αλλά πάνω στην γέφυρα υπήρχε ένα ζευγάρι. Και αυτό τους καθυστέρησε πάρα πολύ και τους ανάγκασε να βάλουν την μπαταρία σε μεγαλύτερη απόσταση, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί καλώδιο παραπάνω από όσο θα έπρεπε. Αν υπήρχε καμιά καθυστέρηση θα μας ειδοποιούσαν οι Χωροφύλακες της Φρουράς να μην ξεκινήσουμε. Εγώ είχα το καθήκον να πετάξω καρφιά σε ορισμένες περιοχές για να προκληθεί κυκλοφοριακή σύγχυση. Και άλλοι είχαν καθήκον να πυροδοτήσουν κάποιους εκρηκτικούς μηχανισμούς σε ορισμένες περιοχές. Σε μέρη πάντα που να μην κινδυνεύουν άνθρωποι».
Ο Κλωνιζάκης είπε για την αποτυχία της προσπάθειάς τους: «Όλα πήγαιναν καλά μέχρι τη στιγμή που έγινε η πυροδότηση. Επειδή το καλώδιο ήταν μεγαλύτερο, υπήρχε μια καθυστέρηση κάποιου δέκατου του δευτερολέπτου, η ταχύτητα όμως με την οποία έτρεχε ο Παπαδόπουλος ήταν πολύ μεγάλη και τη γλίτωσε. Αν είχαμε πετύχει θα έπεφτε σύγχυση και φαγωμάρα στη χούντα και θα είχαμε αλλαγή της κατάστασης. Δεν είχανε ετοιμάσει διαδοχή, δεν φαντάζονταν ποτέ ότι ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο εναντίον τους, διότι στηρίζονταν στα δρακόντεια μέτρα που έπαιρναν για κάθε μετακίνησή τους».
Αναφερόμενος στο πρόσωπο και το ήθος του Παναγούλη, ο σύντροφός του είπε κάποτε: «Ο Αλέκος ήταν άνθρωπος που εκτιμούσε τη φιλία. Και αν ακόμη ένας φίλος του του έκανε κάτι, δεν έλεγε τον κερατά αλλά κοίταζε πως θα τον δικαιολογήσει γιατί ήξερε τις δυσκολίες του αγώνα και λάμβανε υπόψη του τις συνθήκες κατά τις οποίες είπε ένας φίλος του έκανε κάτι. Δεν ήταν άνθρωπος που φοβόταν. Και έλεγε τότε, αφού βοηθήσαμε και ελευθερώθηκε η Ελλάδα, τώρα πρέπει να πάμε να βοηθήσουμε και αλλού».





