Ο θάνατος και η κηδεία του Αλέκου Παναγούλη

Ο θάνατος του Αλέκου Παναγούλη

1η Μαϊου 1976 ο πολιτικός και αγωνιστής κατά της χούντας των συνταγματαρχών Αλέκος Παναγούλης οδηγούσε επί της λεωφόρου Βουλιαγμένης με προορισμό φιλικό σπίτι του στη Γλυφάδα, όπου θα γιόρταζε την Πρωτομαγιά. Επέβαινε σε ένα πράσινο «Fiat Mirafiori», το οποίο του είχε κάνει δώρο η σύντροφός του, Οριάνα Φαλάτσι. Ετρεχε με μεγάλη ταχύτητα, ενώ δίπλα του υπήρχαν ένα ή δύο αυτοκίνητα, που έμοιαζαν να κάνουν κόντρα μαζί του. Ο Παναγούλης έχασε τον έλεγχο και καρφώθηκε σε ένα υπόγειο κατάστημα επί της Λεωφόρου, κάθετα στην πορεία του. Μέσα σε λίγα λεπτά ξεψύχησε…

Οι εκδοχές του θανάτου

Στις 3 Μαϊου ένας 31χρονος βιοτέχνης, ο Μιχάλης Στέφας, εμφανίστηκε στην Αστυνομία και δήλωσε ότι προκάλεσε χωρίς δόλο το ατύχημα με ένα ξαφνικό φρενάρισμά του, το οποίο λόγω μεγάλης ταχύτητας ο Παναγούλης δεν μπόρεσε να αποφύγει, επιβεβαιώνοντας την εκδοχή του δυστυχήματος. Ο αυτόκλητος Στέφας παρουσιάστηκε από τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες ως μέλος του ΚΚΕ εσωτερικού «Ρήγα Φεραίου». Ωστόσο, ο εισαγγελέας της υπόθεσης Δημήτρης Τσεβάς μιλούσε στην αρχή για εγκληματική ενέργεια: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα».

Η κηδεία του Παναγούλη μετατράπηκε σε ένα παλλαϊκό συλλαλητήριο

Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου να διαμαρτύρεται κατά του Αβέρωφ και να κραυγάζει ο Παναγούλης «Ζει». Στην κηδεία δεν παραστάθηκε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ενώ ούτε οι Ενοπλες Δυνάμεις έστειλαν επίσημο εκπρόσωπο. Ο φάκελος ΕΣΑ δεν άνοιξε ποτέ.

Ο Αλέκος Παναγούλης πέθανε λίγες μέρες αφότου είχε παραιτηθεί από βουλευτής της Ενωσης Κέντρου και ενώ ετοιμαζόταν να προβεί σε αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη χούντα. Είχε στα χέρια του μέρος του αρχείου του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, το οποίο δρούσε ως κύριο σώμα ασφαλείας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο Παναγούλης είχε επίτηδες συνάψει σχέση με τη γυναίκα του αρχιβασανιστή του Νικόλα Χατζηζήση, για να συλλέξει με αυτόν τον τρόπο μέρος των αρχείων της ΕΣΑ που η ίδια κατείχε στα χέρια της.

Σύμφωνα με την Φαλάτσι, ανακάλυψε εκεί έγγραφα που ενοχοποιούν πολιτικούς για σχέσεις με τη χούντα. Οι δημοσιεύσεις ξεκίνησαν, αλλά σταμάτησαν γρήγορα λίγες ημέρες μετά, εξαιτίας απαγορευτικής εντολής του επιτρόπου του Στρατοδικείου, Μιχάλη Ζούβελου. Η απαγόρευσή τους δημιούργησε σύγκρουση μεταξύ του Παναγούλη και του τότε υπουργού Εθνικής Αμυνας Ευάγγελου Αβέρωφ. Ο φάκελος των αποκαλύψεων δεν άνοιξε ποτέ. «Τα Νέα» έγραφαν: «Σκότωσαν τον Παναγούλη για να μην κάνει αποκαλύψεις». Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες μιλούσαν για δυστύχημα, υιοθετώντας τη θέση της κυβέρνησης.

Για το θάνατό του υπήρξε δικαστική απόφαση. Ενα χρόνο μετά τον θάνατό του το δικαστήριο συμπέρανε ότι επρόκειτο για αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο Στέφας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 11 μηνών και η ποινή εξαγοράστηκε προς 150 δρχ. την ημέρα και σε πρόστιμο 3.000 δραχμών.

Η οικογένεια Παναγούλη μίλησε για παρωδία και αποχώρησε από το δικαστήριο.